Русская Православная Церковь

ПРАВОСЛАВНЫЙ АПОЛОГЕТ
Богословский комментарий на некоторые современные
непростые вопросы вероучения.

«Никогда, о человек, то, что относится к Церкви,
не исправляется через компромиссы:
нет ничего среднего между истиной и ложью.»

Свт. Марк Эфесский


Интернет-содружество преподавателей и студентов православных духовных учебных заведений, монашествующих и мирян, ищущих чистоты православной веры.


Карта сайта

Разделы сайта

Православный журнал «Благодатный Огонь»
Церковная-жизнь.рф

 

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος, Προς κοινό Πάσχα Ορθοδόξων και Παπικών;

Протопресвитер Ангелос Ангелопулос.  Навстречу совместного празднования Пасхи православными и папистами?

 

Εν Πειραιεί 15-4-2013
ΠΡΟΣ ΚΟΙΝΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ;
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης : Σχισματικοί οι Λατίνοι, επειδή εκαινοτόμησαν το πασχάλιο και το καλαντάριο
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
Αἴσθηση προκαλεί στὸν Ὀρθόδοξο πιστὸ λαὸν καὶ τὸν ἔντιμο κλῆρο ἡ συμφωνία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γερμανίας κ. Αὐγουστίνου μέ τόν Παπικό «Ἐπίσκοπο» τῆς Γερμανίας γιὰ τὴν ἔναρξη συζητήσεων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς Παπικούς. Τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ προωθεῖ τὸ Βατικανὸν ἀπὸ τὸ 1960. Τὸν στόχο του, ὅμως, αὐτὸν τὸν ἐπισημοποίησε κατὰ τὴν Β´ Βατικανὴ Σύνοδο καὶ τὸν ἀποδέχθηκε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κυρὸς Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἰδέας αὐτῆς. Γιὰ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχε ἄκρα τοῦ «τάφου σιωπὴ», διότι ὅλοι φοβοῦνταν τίς ἀντιδράσεις κυρίως, τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, ὅμως, συζητούσαν μυστικῶς οἱ κεφαλές τοῦ Παπισμοῦ καί τῶν Ὀρθοδόξων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα.

Ὅπως ἀποκαλύπτεται στή συνέχεια ἔχει συγκροτηθεῖ γιὰ τὸ θέμα κοινός «ἄξονας» μεταξὺ Παπισμοῦ, Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ἢ Αἱρέσεων-ΠΣΕ) καὶ  Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὁ «ἄξονας» αὐτὸς προέβλεπε, μετὰ τὸ 2001, νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ τὸ Πάσχα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἄλλων πλανεμένων Χριστιανῶν. Τὸν στόχο τὸν ἔθεσε τὸ Βατικανὸ καὶ τὸν προώθησε δυναμικῶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Τὸ τελευταῖο μὲ τὴν ὑπ᾽ ἀριθ. 150 πρωτ. 420/26.5.1995 ἐγκύκλιόν του[1], ἡ ὁποία ἀναφερόταν «εἰς τὸν καθορισμὸν κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν χριστιανῶν τῆς Μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα», ἔθεσε ἐπὶ τάπητος μία σειρὰν προβλημάτων ἱστορικοῦ, κανονικοῦ καὶ δογματικοῦ χαρακτῆρος. «Ἡ ἀνακίνησις τοῦ ὅλου ζητήματος ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ  κατανοηθῆ πλήρως ὅτι ὁ ἀπὸ κοινοῦ παγχριστιανικὸς ἑορτασμὸς τοῦ ῾Αγίου Πάσχα δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ ἐσωτερικὸ ποιμαντικὸ πρόβλημα τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ προέκυψε σαφῶς ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι ἐντεῦθεν τοῦ 1920· αὐτὴ βλέπει, ὅτι - μέσῳ σταθερῶν πρακτικῶν βημάτων - ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐξωτερικὴ (ὁμοσπονδιακὴ) ἑνότης τῶν διϊσταμένων Χριστιανῶν καὶ τοιουτοτρόπως προκαλεῖται στὸν κόσμο ἡ ψευδαίσθησις μιᾶς κοινῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας, παρὰ τὶς ὑφιστάμενες ἀκόμη ἀγεφύρωτες δογματικὲς διαφορές»[2].
Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἀνωτέρω ᾿Εγκύκλιο, ἕνα Δελτίο Τύπου τοῦ λεγομένου “Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Π.Σ.Ε.”) (24.3.1997), μὲ τίτλο “῾Η ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα : ἡ ἐπιστήμη προσφέρει λύσι σὲ ἕνα ἀρχαῖο θρησκευτικὸ πρόβλημα”, ὑπογραμμίζει τὴν ἡγετικὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ αὐτοῦ ᾿Οργανισμοῦ τῆς Γενεύης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν Οἰκουμενιστικῶν ᾿Οργανισμῶν, στὴν προώθησι τοῦ ζητήματος.
῾Η ὀργάνωσι μιᾶς παγχριστιανικῆς συσκέψεως, ὅπως ἀναφέρει τὸ Δελτίο Τύπου, στὸ Χαλέπιο τῆς Συρίας (5–10.3.1997) ἀπὸ τὸ “Π.Σ.Ε.” καὶ τὸ “Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) μὲ ἀντικείμενο τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπὸ τοῦ 2001 καὶ ἑξῆς, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ προβοῦμε σὲ μία σύντομη ἱστορικὴ ἀναφορὰ σὲ μερικὲς πτυχὲς τοῦ ζητήματος.
1. Εἶναι γνωστό ὅτι μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τέθηκε μὲ πρωτοβουλία τοῦ “Π.Σ.Ε.” καὶ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς ῾Ενότητος τῶν Χριστιανῶν τοῦ Βατικανοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1975 στὴν Ε´ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ “Π.Σ.Ε.” στὴν Ναϊρόμπι τῆς Κένυας (23.11-10.12.1975)[3].
2. Τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1994, ἐκπρόσωποι τῆς “Συνελεύσεως Εὐρωπαϊκῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Σ.Ε.Ε.”/ “Κ.Ε.Κ.”) (συμμετείχαν ὀρθόδοξοι καὶ προτεστάντες τῆς Εὐρώπης) καὶ τοῦ “Συμβουλίου Καθολικῶν ᾿Επισκοπικῶν Συνόδων Εὐρώπης” (“Σ.Κ.Ε.Σ.Ε.”/“C.C.E.E.”) συνῆλθαν στὸ Λεανυφάλου τῆς Οὑγγαρίας, γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ ὀργάνωσι τῆς  “Β´ Οἰκουμενικῆς Συναντήσεως ᾿Εκκλησιῶν Εὐρώπης” στὸ Γκρὰτς τῆς Αὐστρίας τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1997. ῾Η προπαρασκευαστικὴ Μικτὴ ᾿Επιτροπὴ ἀσχολήθηκε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετὰ τὸ ἔτος 2001 καὶ ἔθεσε τοῦτο ὡς θέμα συζητήσεως στὴν “Οἰκουμενικὴ Συνάντησι” τοῦ Γκράτς[4].
3. Μετὰ ἀπὸ πέντε μῆνες (14.9.1994), πραγματοποιήθηκε στὸ Φανάρι ἡ “Β´ Σύναξις τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ῾Ιεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου”. ῾Ο Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανὸς κατέκλεισε τὴν Εἰσήγησί του “Λειτουργικὰ προβλήματα ἐν τῇ Διασπορᾷ”, μὲ τὴν ἑξῆς χαρακτηριστικὴ ἀποστροφή : “Κατακλείοντες, θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἐκ τοῦ ὅλου κύκλου τῶν ἐν τῇ Διασπορᾷ λειτουργικῶν προβλημάτων, νὰ ὑπενθυμίσωμεν ἐνταῦθα ἰδιαιτέρως τὸ συνεχῶς μετὰ ηὐξημένου ἐνδιαφέροντος ἐπανατιθέμενον αἴτημα τῶν ἀποδήμων διὰ κοινὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, ὅπερ διὰ τοῦτο καὶ ἀποβαίνει ἰδιαιτέρας ποιμαντικῆς ἀνάγκης ζήτημα. Τὸ κατ᾿ ἀρχὴν δικαιώτατον καὶ ἱερὸν τοῦτο αἴτημα, ἀπασχολεῖ ζωηρῶς τὸ πλῆθος καὶ τῶν ᾿Ορθοδόξων ἐν τῇ Διασπορᾷ πιστῶν, ὡς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι, ζῶντες οὗτοι ὡς μειονότης ἐν μέσῳ πολυανθρώπων καὶ συμπαγῶν κοινωνιῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ἀπὸ κοινοῦ ἑορταζόντων τὸ Πάσχα, ὄχι μόνον αἰσθάνονται περιθωριοποιούμενοι ἤ καὶ πλήρως ἀποκεκομμένοι, ἀλλὰ καὶ ὑφίστανται ὀδυνηρὰς πολλάκις πρακτικὰς συνεπείας εἰς τὰς ἐπαγγελματικάς, κοινωνικὰς καὶ ἄλλας σχέσεις των ἐν γένει. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα ἀπεριφράστως ὅτι εἶναι αὐτόχρημα τραγελαφικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, τὴν μὲν Κυριακὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος - ἥτις εἶναι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον ἀντίγραφον τῆς μοναδικῆς ἡμέρας τῆς ᾿Αναστάσεως - δεχόμεθα νὰ ἑορτάζωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ πάντων τῶν ἑτεροδόξων, τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν ἀθέων, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ "πρωτότυπον", οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀρνούμεθα νὰ ἑορτάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ”[5]
4. Τὸν ἴδιο μῆνα (14-19.9.1994), συνῆλθε στὸ Βουκουρέστι τῆς Ρουμανίας ἡ ᾿Εκτελεστικὴ ᾿Επιτροπὴ τοῦ “Π.Σ.Ε.”, ἡ ὁποία ἀποφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, ὅπως τὸ Τμῆμα “Πίστις καὶ Τάξις” καὶ ἡ Γραμματεία ἐπὶ τῆς Λατρείας καὶ τῆς Πνευματικότητος “μελετήσουν ἐκ νέου τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα”, μάλιστα δὲ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ πρότεινε ὅτι πρέπει νὰ σχεδιασθῆ μία σειρὰ “εὐκαιριῶν γιὰ κοινὴ μαρτυρία καὶ ἑορτασμό, ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν ῾Εβδομάδα Προσευχῆς τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 2000 καὶ διὰ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τῶν Χριστουγέννων νὰ φθάσωμε στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τὸ ἔτος 2001”[6]
5. Μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες (15-20.11.1994) συνῆλθε στὴν Λεμεσὸ τῆς Κύπρου ἡ ΣΤ´ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ “Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) καὶ στὰ πλαίσια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Τμήματος “Πίστις καὶ ῾Ενότης” συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τελικῶς δὲ ἐγκρίθηκε σχετικὸ μήνυμα τοῦ Πάπα ᾿Ιωάννου Παύλου Β´. ᾿Εκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ, ὁ Καρδινάλιος ᾿Εδουάρδος Κάσσιντυ, Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικίου Συμβουλίου γιὰ τὴν προώθησι τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, “πρότεινε συνάντηση τῶν Προκαθημένων τῶν ᾿Εκκλησιῶν κατὰ τὸ ἔτος 2000 μὲ σκοπὸ τὴ λήψη ἀποφάσεως γιὰ κοινὴ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ γιὰ ἐργασία γιὰ τὴ χριστιανικὴ ἑνότητα”. ᾿Επίσης, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ ὡμίλησε σχετικῶς καὶ “ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ τὸ ἔτος 2001” “νὰ γίνει αἰτία ἐξευρέσεως κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου”[7].
6. Κατά τήν τελέση τῆς πανευσήμου ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα 2011 στό Οἰκουμενικό Πατριαρχείο, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί ἡ περί αὐτόν Ἱερά Σύνοδος, ἀποδέχθηκαν ὅλως ἀντικανονικῶς τήν συμμετοχή μέ πλήρη ἐπίσημη λειτουργική ἀμφίεση κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, δηλονότι ἑνός Παπικοῦ «ἱερέως» καί ἑνός Ἀρμενίου «διακόνου»[8].
7. Η  Μικτή Επιτροπή της Διάσκεψης  Ορθοδόξων και Παπικών Επισκόπων στη Γερμανία, στις 13-3-2012 ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της συνάντησής τους στο Johann Adam Mohler Οικουμενικό Ινστιτούτο στο Paderborn. Σε κοινή ανακοίνωση, που εκδόθηκε στο τέλος της Διάσκεψης, καλούν για ένα κοινό εορτασμό του Πάσχα σαν μια ένδειξη της ενότητας των Χριστιανών σε όλο τον κόσμο. Επικεφαλής των δύο αντιπροσωπειών υπήρξαν ο Ορθόδοξος Σεβ. Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αυγουστίνος και ο Παπικός «επίσκοπος» Γκέρχαρντ Λούντβιχ Μίλερ[9].
8. Στις 4-11-2012 τα παπικά Μ.Μ.Ε., ανέφεραν : “Ως χειρονομία υπέρ της ενότητας και του οικουμενισμού, οι Παπικοί της Ιερουσαλήμ από το 2013 θα εορτάζουν το Πάσχα στους Αγίους Τόπους με τους Ορθοδόξους’’ [10].
9.  Σχετικά με το Πάσχα στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου, Τήνου, Κώ, διαβάζουμε στην εφημερίδα το "ΒΗΜΑ" της 25ης Απριλίου 2013 : «Δεν υπάρχει σχίσμα στο συριανό Πάσχα. Μπορεί το εφετινό Πάσχα των καθολικών να εορτάστηκε με κάθε λαμπρότητα στις 31 Μαρτίου, στο νησί της Σύρου όμως οι καθολικοί θα γιορτάσουν ξανά την Ανάσταση του Ιησού μαζί με τους ορθοδόξους. Η Ερμούπολη είναι από τα λίγα σημεία στον κόσμο όπου ορθόδοξοι και καθολικοί γιορτάζουν με κατάνυξη το Πάσχα παραμερίζοντας τις όποιες σχισματικές διαφορές των δύο εκκλησιών»[11].
10. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ σχετικὴ ᾿Εγκύκλιος τῶν Οἰκουμενιστῶν τοῦ  Φαναρίου (150/420/26.5.1995) μετὰ παρέλευσι ἕξι μηνῶν ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω διεργασίες δὲν ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, οὔτε ἔφερε στὸ φῶς ἕνα ἐνδο-ορθόδοξο ζήτημα, ἀλλὰ ἀποτελεῖ “ὁδηγία” τῶν διπλωματῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς Γενεύης, τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου, οἱ ὁποῖοι σύρουν τὴν ᾿Ορθοδοξία σὲ νέα σχίσματα καὶ τραγωδίες.
Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι: 
1ον) οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Βατικανοῦ, ὅπως εἶναι οἱ ἡμέρές οἰκουμενιστικῆς προσευχῆς ὑπὲρ διαφόρων ζητημάτων, ἀποβλέπουν μακροπροθέσμως στὴν ἄμβλυνση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος μὲ τὴν συμμετοχὴ Ἀρχιερέων καὶ Θεολόγων στις οἰκουμενιστικές αὐτές προσευχές μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴν ὑλοποίηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου. Καὶ ἕνας ἐξ αὐτῶν τῶν στόχων εἶναι ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα. 
2ον) Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐνεργεῖ ὡς «παράρτημα»-«προτεκτορᾶτο» τοῦ Βατικανοῦ, ὑλοποιῶντας τίς ἀποφάσεις τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἢ Αἱρέσεων. Σήμερα, διαπιστώνοντας τὴν παρακμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν μὴ ἐνασχόλησή του μὲ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πνευματικὰ θέματα, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τῶν προβλημάτων, που προέρχονται ἀπ΄ αὐτήν, οἱ κεφαλές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πιστεύουν ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, γιὰ νὰ προωθοῦν τὰ σχέδια Βατικανοῦ-ΠΣΕ-Φαναρίου γιὰ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν πλανεμένων Χριστιανῶν. Ἡ συμφωνία ἢ καλλύτερα τὸ προσύμφωνο τοῦ Σεβ. Γερμανίας μέ τόν τοπικό Παπικό «Ἐπίσκοπο», ἀποκαλύπτει τὰ «κρυφὰ σχέδια» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν  μέσῳ βαθυτάτης οἰκονομικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτιστικῆς κρίσεως στὴν Ἑλλάδα[12].
Ας δούμε, όμως, στο σημείο αυτό, ποια είναι η θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας γιά τούς Λατίνους όσον αφορά τό Πάσχα, όπως μας την παρουσιάζει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Σχολιάζοντας τόν ζ΄ Αποστολικό Κανόνα «Είτις Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος τήν αγίαν του Πάσχα ημέρα πρό της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων επιτελέσοι, καθαιρείσθω», αναφέρει ότι ο Ματθαίος Βλάσταρις λέει πώς η Α΄ αγία καί Οικουμενική Σύνοδος συνεκρότησε καί εξέδωσε εξαίρετο καί τό καλύτερο Κανόνιο περί της ευρέσεως του Πάσχα, κατά τόν α΄ Κανόνα της εν Αντιοχεία τοπικής Συνόδου. Στη συνέχεια ο Όσιος Νικόδημος αναφέρει ότι τέσσερεις είναι οι αναγκαίες, απαραίτητες προϋποθέσεις γιά τόν εορτασμό του δικου μας, του Ορθοδόξου Πάσχα. Πρώτον, τό Πάσχα πρέπει νά γίνεται πάντοτε ύστερα από τήν ισημερία της ανοίξεως. Δεύτερον, το Πάσχα δέν πρέπει νά γίνεται τήν ίδια ημέρα μέ τό νομικό φάσκα των Ιουδαίων (αυτά τά δύο διορίζονται από τόν παρόντα ζ΄ Αποστολικό Κανόνα). Τρίτον, το Πάσχα νά μήν γίνεται απλώς καί αορίστως ύστερα από τήν ισημερία, αλλά ύστερα από τήν πρώτη πανσέληνο του Μαρτίου, πού θά τύχει μετά τήν ισημερία. Καί τέταρτον, το Πάσχα νά γίνεται τήν πρώτη Κυριακή, πού θά τύχει ύστερα από τήν πανσέληνο (αυτά τά δύο τά έχουμε εκ παραδόσεως καί όχι από κανόνα). Γιά νά φυλάττονται καί οι τέσσερεις αυτοί διορισμοί εξίσου σέ όλη τήν οικουμένη καί νά εορτάζουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τόν ίδιο χρόνο καί τήν ίδια ημέρα τό Άγιον Πάσχα καί νά μήν χρειάζονται κάθε χρόνο αστρονόμους καί συνόδους, συνήρμοσαν οι θεόσοφοι Πατέρες τό κανόνιο περί του Πάσχα.
Στο σημείο αυτό, σημειώνει ο Όσιος ότι, εξαιτίας της ανωμαλίας της κινήσεως της σελήνης, δέν φυλάττεται πάντα ο τέταρτος διορισμός, αλλά κάποτε παραβαίνεται, επειδή, κατά τόν Βλάσταρη, μετά από τριακόσια (300) έτη καί δύο (2) ημέρες μετά τήν πρώτη πανσέληνο, συμβαίνει νά γίνεται τό νομικό φάσκα τήν ημέρα της Κυριακής. Αυτές οι δύο ημέρες, πού περισσεύουν από αυτή τήν ανωμαλία, προστιθέμενες, υπερβαίνουν κάποτε τήν πρώτη Κυριακή, πού τυχαίνει ύστερα από τήν πανσέληνο του Μαρτίου, κατά τήν οποία Κυριακή τότε εορτάζουμε τά Βάϊα καί κατά τήν ερχομένη κάνουμε Πάσχα. Από τήν λίγη αυτή παράβαση, δέν ακολουθεί καμμία παρατροπή της ευσεβείας, ούτε κάτι άτοπο ή ψυχικός κίνδυνος. Γι’αυτό καί ο θείος Χρυσόστομος στόν λόγο του «εις τούς τά πρώτα Πάσχα νηστεύοντας» λέει˙ «Χρόνων ακρίβειαν καί ημερών παρατήρησιν δέν ηξεύρει η του Χριστού Εκκλησία. Επειδή όσαις φοραίς τρώγει τόν ζωοποιόν άρτον τούτον καί τό ποτήριον τούτο πίνει, καταγγέλλει τόν θάνατον του Κυρίου καί Πάσχα επιτελεί˙ αλλ’επειδή εις τήν πρώτην σύνοδον εσυνάχθησαν οι Πατέρες καί εδιώρισαν πότε νά γίνεται τό Πάσχα, τιμώσα η Εκκλησία πανταχού τήν συμφωνίαν καί ένωσιν, εδέχθη τόν διορισμόν, οπού εκείνοι έκαμαν»[13]. Έπρεπε, λοιπόν, κατά τόν ιερό Χρυσόστομο, νά προτιμήσουν καί οι Λατίνοι τήν συμφωνία καί ένωση της Εκκλησίας, περισσότερο από τήν παρατήρηση των χρόνων (της ισημερίας δηλαδή, πού κατέβηκε τώρα στίς 11 Μαρτίου, ενώ τόν καιρό της Α΄ Συνόδου ήταν στίς 21 Μαρτίου) καί νά εορτάζουν τό Πάσχα μ’εμάς τούς Γραικούς καί όχι νά ατιμάζουν τούς τριακοσίους εκείνους θεοφόρους καί πνευματοφόρους Πατέρες, πού τό νομοθέτησαν, κατά θείο φωτισμό, νομίζοντάς τους ως ανοήτους καί υβρίζοντας τήν κοινή μητέρα όλων μας Εκκλησία, διότι (λέει ακολούθως ο χρυσούς ρήτωρ) αν καί η Εκκλησία έσφαλλε, βέβαια δέν θά κατορθωνόταν τόσο μεγάλο κακό από αυτή τήν ακριβή φύλαξη του καιρού, όσο μεγάλο κακό θά προξενούνταν από αυτή τήν διαίρεση καί τό σχίσμα από τήν Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Επειδή λέει˙ «δέν φροντίζει ο Θεός καί η Εκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν των χρόνων καί ημερών, πάρεξ διά μοναχήν τήν ομόνοιαν καί ειρήνην».
Μας παροτρύνει ο Όσιος Νικόδημος νά προσέξουμε πώς ο θείος Χρυσόστομος ονομάζει σχισματικούς τούς Λατίνους, επειδή εκαινοτόμησαν τό πασχάλιό τους καί Καλαντάριο, όχι επειδή αυτό δέν είναι ορθό, κατά τήν ισημερία – διότι βλέπουμε ότι η ισημερία αληθώς έμεινε πίσω 11 ημέρες – αλλά γιατί χωρίσθηκαν γι’αυτό από’μας, τό οποίο είναι έγκλημα ασυγχώρητο, κατά τόν ίδιο άγιο. Γιατί, λέει στόν ίδιο λόγο, ότι τό νά νηστεύσει κανείς καί τό νά κάνει Πάσχα σ’αυτόν τόν καιρό ή σ’εκείνον, μετά τήν 21η Μαρτίου, υποθετικά, όπως κάνουμε εμείς οι Γραικοί, ή μετά τήν 11η  Μαρτίου, όπως κάνουν οι Λατίνοι, αυτό δέν είναι έγκλημα. «Τό δέ νά σχίση τινάς τήν Εκκλησίαν καί νά αντιστέκηται φιλονείκως καί νά κάμνη διχοστασίας καί διαιρέσεις καί νά χωρίζη τόν εαυτό του πάντοτε από τήν κοινήν σύνοδον της Εκκλησίας, τούτο είναι αμάρτημα ασυγχώρητον καί κατηγορίας άξιον καί πολλήν έχει κόλασιν καί τιμωρίαν». Γιατί, ας γνωρίζουν οι Λατίνοι ότι καί οι Οικουμενικές Σύνοδοι, πού έγιναν μετά τήν πρώτη, καί οι υπόλοιποι Πατέρες, έβλεπαν ναί καί αυτοί, ως σοφοί πού ήταν, πώς κατέβηκε πολύ η ισημερία˙ αλλ’όμως δέν θέλησαν νά τήν μεταθέσουν από τήν 21η Μαρτίου, πού τήν βρήκε η Α΄ Σύνοδος, προτιμώντας περισσότερο τήν συμφωνία καί ένωση της Εκκλησίας, από τήν ακρίβεια της ισημερίας, η οποία δέν προξενεί, ούτε στήν εύρεση του δικού μας Πάσχα καμμία σύγχυση, ούτε βλάβη στήν ευσέβεια, μάλιστα δέ προξενεί αυτή η ακρίβεια στούς Λατίνους δύο μεγάλες ατοπίες, τό νά εορτάζουν δηλαδή τό Πάσχα ή μαζί μέ τούς Ιουδαίους, τό οποίο είναι εναντίον στόν παρόντα ζ΄ Αποστολικό Κανόνα, ή πρίν τούς Ιουδαίους.
Το ότι ο Θεός περισσότερο ευαρεστείται στήν τάξη του πασχαλίου καί απλώς ειπείν του καλανταρίου του δικού μας, του Ορθοδόξου, παρά στήν ακρίβεια του πασχαλίου καί καλανταρίου των Λατίνων, γίνεται φανερό από τά θαύματα, πού έδειξε καί δείχνει έως τώρα γι’αυτό. Διότι, α) στά μέρη της Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου, όπου είναι οι δύο μεγάλες Πυραμίδες, ενεργεί ο Θεός κάθε χρόνο αυτό τό παράδοξο˙ δηλαδή κατά τό εσπέρας της Μεγάλης Πέμπτης της δικής μας (όχι των Λατίνων), ξερνά η γη λείψανα καί κόκκαλα παλαιά ανθρώπινα, από τά οποία γεμίζει ένας ευρύχωρος κάμπος, τά οποία στέκονται έως τήν Πέμπτη της Αναλήψεως, καί τότε κρύβονται καί παντελώς δέν φαίνονται, μέχρι νά έλθει πάλι η Μεγάλη Πέμπτη. Αυτό δέν είναι κανένας μύθος, αλλά αληθινό καί βέβαιο, μαρτυρημένο από παλαιούς καί νέους ιστορικούς, μάλιστα δέ από τόν Γεώργιο Κορέσσιο τόν Χίο καί από τόν αοίδιμο πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο[14], ο οποίος τό διηγείται στόν αραβικό χρονογράφο, πού έγραψε, καί φαίνεται, απ’όσα λέει παρακάτω, ότι τό είδε μέ τά μάτια του˙ (τά ανθρώπινα αυτά κόκκαλα προμηνύουν τήν μέλλουσα ανάσταση των νεκρών, όπως τά είδε καί ο προφήτης Ιεζεκιήλ). β) Επίσης, ο ρηθείς Κορέσσιος γράφει ότι ο Πασχασίνος έγραφε πρός τόν Λέοντα ότι, όταν εόρταζαν κάποτε τό Πάσχα οι μέν ανατολικοί τήν 22α Απριλίου, οι δέ δυτικοί τήν 25η Μαρτίου, μιά βρύση, η οποία προηγουμένως ήταν ξηρά, γέμισε από νερό τήν 22α Απριλίου, δηλαδή στό δικό μας Πάσχα καί όχι των Λατίνων. γ) Τέλος, ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων[15] στό ιβ΄ βιβλίο του περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, διηγείται ότι ευρισκόμενος κάποτε ο Ιεροσολύμων Παΐσιος στό Βελλιγράδι, ακολούθησε ένα θαύμα, βεβαιωτικό μέν του δικού μας καλανταρίου, αναιρετικό δέ του των Λατίνων˙ δηλαδή η ζύμη, πού ζυμώθηκε από κάποια Λατίνα κατά τήν ημέρα του προφήτου Ηλιού, μεταβλήθηκε σέ πέτρα σκληρή, κίσσηρα[16]. Ο αυτός Δοσίθεος αναφέρει ότι τον Φεβρουάριο του 1593 συνεκλήθη Σύνοδος στην Κων/λη στον ναό της Παμμακαρίστου, στην οποία συμμετείχαν ο Κων/λεως Ιερεμίας, ο Αλεξανδρείας Μελέτιος, ο οποίος επείχε και τον τόπο του Αντιοχείας Ιωακείμ και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, η οποία καθόρισε να γίνεται το Πάσχα, όπως το διόρισε η Α΄ Οικ. Σύνοδος, και αναθεμάτισε το νέο καλαντάριο, που επινοήθηκε από τους Λατίνους[17].
Εν κατακλείδι, μετά τα ανωτέρω, πιστεύουμε ὅτι τώρα ἀπαιτεῖται δυναμικὴ ἀντίδραση (μὲ ἐπιχειρήματα, ἀρθρογραφία, διαφωτιστικές ὁμιλίες κ.λπ.), γιὰ νὰ ματαιωθοῦν τὰ σχέδια τοῦ Βατικανοῦ, τοῦ ΠΣΕ καὶ τοῦ Φαναρίου. Κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ἐὰν τὸ Βατικανὸ δὲν ἀποκηρύξει τίς πλάνες του καὶ τίς αἱρέσεις του καὶ ἐὰν ὁ Πάπας δὲν ἀποκηρύξει τίς θέσεις του ὅτι εἶναι τοποτηρητὴς τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, ἀλάθητος καὶ ἄρα ἡμίθεος κ.λπ. Ἐὰν τὸ Βατικανὸ καὶ ὁ Παπισμός του δὲν ἀποκηρύξει ὅλες τίς αἱρέσεις του, θὰ εἶναι σάν οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ τίς νομιμοποιοῦν καὶ νὰ ἀποδέχονται τὴν αἵρεση στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα προϋποθέτει καὶ Συλλείτουργο μεταξὺ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ Πάπα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι σέ μία τέτοια περίπτωση θὰ ἔχουμε καὶ κοινὸ ποτήριο, ἄνευ τῆς ἀποκηρύξεως ὑπὸ τοῦ παπισμοῦ τῶν αἱρέσεων, τῶν κακοδοξιῶν του καὶ τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν διδαχῶν τῶν Ἀποστόλων.
 


[1] «Συνεορτασμόν του Πάσχα με τους ετεροδόξους ανακινεί το Πατριαρχείον», Ορθόδοξος Τύπος (9-2-1996)
[2] Περιοδικὸ «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀρ. 23 (Ἰανουάριος - Μάρτιος 1977) σσ. 83-84.
[3] ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Θ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔκδ. β´, σσ. 213-14, 223-24, 365-66, Θεσσαλονίκη 1984.
[4] ἐφημερ. “Καθολική”, ἀριθ. 2744/ 21.6. 1994, σ. 1.
[5] Περιοδ. “᾿Εκκλησία”, ἀριθ. 2/1.2. 1995, σ. 76 καὶ περιοδ. “᾿Επίσκεψις”, ἀριθ. 509/30.9.1994, σσ. 3–12.
[6] Περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”,  Ι-1994/9, σ. 6 καὶ περιοδ. “MECC News – Report”, Νο 11-12/November – December 1994, p. 4.
[7] Περιοδ. “᾿Απόστολος Βαρνάβας” Κύπρου, Μάρτιος 1995, σσ. 120 –130,  περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”, Ι– 1994/11–12, σσ. 3–4,  ἐφημερ. “Καθολική”,
  ἀριθ. 2765/17.1.1995, σ. 1,  περιοδ. “Πάνταινος” ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1994, σελ. 29, περιοδ. “MECC News - Report”, Νο 11-
  12/November – December 1994, p. 9,  περιοδ. “Ecumenical News International” - Bulletin, Νο 6/21.11.1994, p. 15-17.
[8] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Συμμετοχή κατεγνωσμένων αἱρετικῶν στή θεία Λατρεία», Θεοδρομία ΙΓ΄ 2 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2011)
  250-252.
[9] http://aktines.blogspot.gr/2012/03/blog-post_1650.html.
4/11/2012.  In 1582 Pope Gregory XIII adopted the current Gregorian calendar, which is used in most parts of the world. This calendar actually replaced the Julian calendar which was approved by Julius Cesar during his reign. Despite the replacement, some in the Orthodox Church still use the Julian calendar. In places like the Holy Land, where Catholics and Orthodox live together, this reality can pose a problem.
FR. PIERBATTISTA PIZZABALLA Custodian of the Holy Land
“Ecumenism in the Holy Land is not a theological problem, is a pastoral problem. Because all families are mixed families. One part is Orthodox and another Catholic. So we have two different calendars: the Gregorian calendar and the Julian calendar for families.”As a gesture in favor of unity, the Latin Patriarchate of Jerusalem has decided to modify its liturgical schedule in 2013 to that of the Orthodox. That means Easter in the Holy Land will be celebrated on May 5th next year instead of March 31. There is an exception though.  Both have agreed that  Jerusalem and Bethlehem will not follow the new calendar. “For Christian families, it's a problem. They want to celebrate Christmas together and Easter together. So the Catholic Church decided to adopt just for Easter, not for Christmas, the Julian calendar in order to allow and permit our Christian families to celebrated Easter together.”The intention of the Patriarchate is that from 2015 the Catholic Church in the Holy Land will  adopt the Julian calendar, definitively.  From that point onwards, Christians will celebrate Easter together, the central celebration of the faith.
[11] http://katanixis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_947.html
[12] Γ. ΖΕΡΒΟΣ, «Νέαι αποκαλύψεις δια τον κοινόν εορτασμόν του Πάσχα μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών», Ορθόδοξος Τύπος (9-11-2012) http://entoytwnika.blogspot.com/2012/11/blog-post_9.html#ixzz2QWv9E2qq 
[13] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος εις τους τα πρώτα Πάσχα  νηστεύοντας, ΡG .
[14] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Αραβικός χρονογράφος, σ. 266.
[15] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος˙ περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, βιβλίο 12ο, κεφ. 2ο, §β΄, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη
   1983,  σσ. 105-106.
[16] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 8-9.
[17]ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ένθ’ανωτ. σσ. 231-232.
http://aktines.blogspot.ru/2013/05/blog-post_2199.html
 

 



Подписка на новости

Последние обновления

События