Русская Православная Церковь

ПРАВОСЛАВНЫЙ АПОЛОГЕТ
Богословский комментарий на некоторые современные
непростые вопросы вероучения.

«Никогда, о человек, то, что относится к Церкви,
не исправляется через компромиссы:
нет ничего среднего между истиной и ложью.»

Свт. Марк Эфесский


Интернет-содружество преподавателей и студентов православных духовных учебных заведений, монашествующих и мирян, ищущих чистоты православной веры.


Карта сайта

Разделы сайта

Православный журнал «Благодатный Огонь»
Церковная-жизнь.рф

Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΙΕΡΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Комиссия по догматическим вопросам при Священном Киноте

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ



МЕМОРАНДУМ

об участии Православной Церкви во Всемирном Совете Церквей



ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Φεβρουάριος 2007

Святая Гора Афон 2007



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

СОДЕРЖАНИЕ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

ВВЕДЕНИЕ

Ι. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

САМОСОЗНАНИЕ ЦЕРКВИ

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ИСТОРИЧЕСКИЙ ЭКСКУРС

ΙΙΙ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε. ΣΗΜΕΡΑ

БОГОСЛОВСКИЙ ОБЛИК СОВРЕМЕННОГО ВСЦ

  1. Ἐκκλησιολογία

  2. Экклесиология

α. ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔννοια Μία Ἐκκλησία)

Единство Церкви

β. καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας

Соборность Церкви

γ. ἀποστολικότης καί ἁγιότης τῆς Ἐκκλησίας

Апостоличность Церкви

δ. πίστις, ζωή καί ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας

Вера, жизнь и надежда Церкви

  1. Τό Βάπτισμα

Крещение

  1. ἱεραποστολή

Миссионерство

  1. στόχος τῆς ὁρατῆς ἑνότητος

Цель видимого единства

  1. ὁμολογιακήκαί διομολογιακήκοινή προσευχή

"конфессиональный характер" и "межконфессиональный" совместной молитвы

  1. ἔλλειψις προσανατολισμοῦ πρός τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία

Отсутствиеориентированности на Православную Церковь

  1. Ἠθικά καί κοινωνικά θέματα

Вопросы этики и социологии

  1. στάσις ἔναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν

Позиция в отношении иных религий

  1. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΤΟ Π.Σ.Ε.

Участие православных в ВСЦ

Α. Τά προβλήματα

Существующие проблемы

  1. Στήν ἀδυναμία οὐσιαστικῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας

Бессилие по существу свидетельства Православия

  1. Στήν καλλιέργεια ἑνός ὁράματος ψευδοῦς ἑνότητος

насаждение видимого псевдо-единства

  1. Στήν συνέχισι τῶν συμπροσευχῶν

продолжение проведения совместных молитв

  1. Στήν φθορά τοῦ φρονήματος τῶν Ὀρθοδόξων

разложение сознания православных

  1. Στήν συντήρησι αἱρετικῶν νοημάτων καί βιωμάτων

сохранение еретических понятий и шагов

  1. Στίς προοπτικές

о перспективах

Β. Τό πρόβλημα τῆς συμμετοχῆς

Проблема участия

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

ВЫВОДЫ

  1. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ПРЕДЛОЖЕНИЯ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ССЫЛКА




ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ὁ προβληματισμός γιά τήν συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (στό ἑξῆς Π.Σ.Ε.) εἶναι ἀπολύτως εὔλογος. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀπό τῆς συστάσεως τοῦ Π.Σ.Ε. καί ἐντεῦθεν πολλές φορές ἐξέφρασαν τίς ἀνησυχίες τους γιά ποικίλες τάσεις καί ἐκδηλώσεις του. Τό 1997 ἀπεχώρησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας καί τό 1998 ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας. Στήν Διορθόδοξο Συνάντησι τῆς Θεσσαλονίκης τό 1998 διατυπώθηκε ἔντονα ἡ πιό πρόσφατη δυσαρέσκεια τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τόν τρόπο συμμετοχῆς τους στό Π.Σ.Ε., ὁπότε ἀπείλησαν μέ ἀποχώρησι οἱ Ἐκκλησίες τῆς Σερβίας καί τῆς Ρωσίας.

Ἔργο τῶν ὑπευθύνων ἐκκλησιαστικῶν ὀργάνων εἶναι νά ἀναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, νά παρακολουθοῦν τήν ἐξέλιξί τους μέ αἴσθησι εὐθύνης καί νά ἀντιμετωπίζουν μέ συνέπεια τά προβλήματα πού δημιουργοῦνται ἀπό τήν συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Π.Σ.Ε. καί σέ παρόμοιους σχηματισμούς. πιστός Ὀρθόδοξος λαός ἔχει ὑποχρέωσι νά διατηρῇ γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστική συνείδησι καί δογματική εὐαισθησία, ἰδίως οἱ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἀπό τήν φύσι τῆς μοναχικῆς μας κλήσεως ἔχουμε αὐξημένη εὐαισθησία γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἐφὅσον «ἔργον Μοναχοῦ τό μηδέ τό τυχόν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τό Εὐαγγέλιον». καλή αὐτή ἀνησυχία σημαίνει τήν ἐπαγρύπνησι ἀπέναντι σέ κάθε νεωτεριστική γνώμη ἐνέργεια, πού δέν εἶναι σύμφωνη πρός τήν εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. 4, 14). Αὐτή εἶναι λειτουργία τοῦ ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ αἰσθητηρίου καί κριτηρίου, ὅπως τό βεβαιώνει μακραίων Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καί τό τονίζει μέ πολλή ἔμφασι Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1848. λαός, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πράγματι «ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν πατέρων αὐτοῦ», γιαὐτό «παρἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα».

Σέ ἕνα χρόνο συμπληρώνεται ἑξηκονταετία ἀπό τήν ἵδρυσι τοῦ Π.Σ.Ε. καί τό ἐρώτημα, ἄν ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων σέ αὐτό γίνεται ἐπί ὀρθῶν ἐκκλησιολογικῶν βάσεων, περιμένει μία ἐκ νέου ἀπάντησι. Τό αἴτημα (ἡ εὐχή) γιά τήν ἐπανένωσι τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν μέ τήν Ἐκκλησία καί ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας νά διακηρύττῃ τήν Πίστι της καί νά βοηθῇ τούς ἑτεροδόξους νά ἐπανεύρουν τήν χαμένη τους ταυτότητα, παραμένουν ἡ μία πλευρά τοῦ ζητήματος. Ἡ ἄλλη πλευρά εἶναι ἡ διαπίστωσις ὅτι ὁ συμφυρμός μέ τούς ἑτεροδόξους ἀλλοιώνει καί τήν ταυτότητα τῶν Ὀρθοδόξων. Πρέπει νά σταθοῦμε μέ πολλή περίσκεψι μπροστά στό ἐνδεχόμενο νά ἀναπτυχθῇ μεταξύ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων ἕνα φρόνημα διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο τῶν ἀοιδίμων πατέρων μας. Ἡ Ἐκκλησία δέν πρέπει νά ζημιωθῇ στήν Πίστι της.

Ι. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, «ἐκκλησιάζει» τούς ἀνθρώπους, τούς καθιστᾷ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ὡς ἐκ τούτου μετόχους τῆς θείας υἱοθεσίας καί κληρονόμους τῆς αἰωνίου ζωῆς. Προσεύχεται γιά τούς ἑτεροδόξους νά ἐπιστρέψουν στήν κοινωνία της, καί προσκαλεῖ τούς μακράν εὑρισκομένους ἀλλοθρήσκους νά γνωρίσουν τήν Ἀλήθειά της. Ὡς μοναδική ὁδό πρός πραγμάτωσιν «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ἑνότητα ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Πίστει καί Ἐκκλησίᾳ, τό ὁποῖο σημαίνει ἑνότητα ἐν τῇ Ἀληθείᾳ. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως τόν προεῖδαν οἱ Προφῆται, ὅπως τόν ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι, ὅπως τόν ἐδογμάτισαν οἱ Πατέρες, ὅπως τόν παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία διά τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διακηρύσσει αὐτήν τήν ἑνότητα καί στήν σημερινή ἐποχή τῶν οἰκουμενισμῶν καί τῶν παγκοσμιοποιήσεων, ἀντιδιαστέλλοντάς την ἀπό θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές καί οἰκονομικές ἑνοποιήσεις ἐγκοσμιοκρατικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ ἐμπειρία της ἀπό τήν Ἐξωτερική Ἱεραποστολή καί τήν ποιμαντική της εἶναι ἡ καλλίτερη ἀπόδειξις ὅτι δέν θά παύσῃ νά ἔχῃ πάντοτε τούς κατηχουμένους της, ὄχι μόνο ἀπό τούς μή χριστιανικούς λαούς ἀλλά καί ἀπό τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς, αὐτούς πού ἀντιλήφθηκαν ὅτι τό πλήρωμα τῆς χριστιανικῆς τους ταυτότητος δέν βρίσκεται στίς χριστιανικές τους κοινότητες.

ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ ὅτι ἐνίοτε ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικές σύνοδοι, ἐπεδίωξαν ἕνωσι τῶν διισταμένων Χριστιανῶν μέ τήν Ἐκκλησία χωρίς τήν ἀληθῆ καί θεοδώρητη ἑνότητα στήν Πίστι. Τό Ἑνωτικόν ἐπί αὐτοκράτορος Ζήνωνος, Ἔκθεσις ἐπί Ἡρακλείου καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας εἶναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ἐσφαλμένων ἑνωτικῶν προτάσεων. χρόνος ἀπέδειξε ἀσταθεῖς καί ἐπιζήμιες τίς ἑνώσεις πού στηρίχθηκαν σέ αὐτές τίς βάσεις.

Διαλόγους καί ἑνωτικές προσπάθειες ἐπί ὀρθῶν βάσεων καί ὑπό Ὀρθόδοξες προϋποθέσεις ἔχουν πραγματοποιήσει ἱερώτατοι ἄνδρες καί ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέ ἀγαθά ἀποτελέσματα ἤ τουλάχιστον χωρίς ἐπιζήμιες ἐπιπτώσεις στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι χαρακτηριστικά τά δύο παραδείγματα πού ἀκολουθοῦν. Πρῶτον, ἡ ἐπιστροφή ὁμάδων ἐκ τῶν Ὁμοιουσιανῶν στήν κοινωνία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀδιασαλεύτων ἀρχῶν πού ἔθεσε ὁ Μέγας Βασίλειος: τήν ἀποδοχή τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας («μηδεμίαν τῶν ἐκεῖ λέξεων ἀθετεῖν») καί «τό μή δεῖν λέγεσθαι κτῖσμα τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, μηδέ κοινωνικούς αὐτῶν εἶναι τούς λέγοντας» (Ἐπιστολές 113, 114)· ἡ ἕνωσίς τους μέ τήν Ἐκκλησία στηρίχθηκε στήν ἀπόλυτη συμφωνία στήν Πίστι τῆς Νικαίας καί στήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ ὅσους δέν τήν ἀποδέχονταν. Δεύτερον, ἡ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἐπιστροφή ὡρισμένων Ἀρμενίων στήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῇ βάσει τῆς Πίστεως τῆς Χαλκηδόνος καί ὑπό τήν προϋπόθεσι ὅτι οἱ ἐπιστρέφοντες θά ἀποκηρύξουν τούς μέχρι τότε αἱρετικούς διδασκάλους των: «Καί γάρ οἱ τήν Ἀρμενίαν οἰκοῦντες ... τήν μακράν ἐκείνην πλάνην ἀποθέσθαι ἐνεδυναμώθησαν· καί λατρεύει σήμερον καθαρῶς καί ὀρθοδόξως ἡ τῶν Ἀρμενίων λῆξις τήν τῶν Χριστιανῶν λατρείαν, Εὐτυχῆ τε καί Σεβῆρον καί Διόσκορον... καί πᾶσαν αὐτῶν τήν πολύσπορον διασποράν, ὡς ἡ Καθολική Ἐκκλησία, μυσαττομένη, καί δεσμοῖς ἀλύτοις τοῦ ἀναθέματος ὑποβάλλουσα».

Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔχει καταγράψει καί πολλές ἄλλες ἑνωτικές πρωτοβουλίες. Τά προβλήματα καί οἱ συνθῆκες, μέσα στίς ὁποῖες αὐτά ἀνέκυπταν, ἦσαν κάθε φορά διαφορετικά, ἀλλά οἱ προϋποθέσεις πού ἔθεταν οἱ Πατέρες γιά τήν ἕνωσι ἦσαν ἀμεταθέτως πάντοτε οἱ ἴδιες. Οἱ ἑτερόδοξοι πού ἐπιθυμοῦν τήν ἕνωσι μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία πρέπει νά ἔλθουν σέ πλήρη ἑνότητα Πίστεως μαζί της καί νά διακόψουν τήν κοινωνία μέ τούς πρωτεργάτες τῆς αἱρέσεως καί μέ ὅσους συνεχίζουν νά τούς ἀκολουθοῦν. Ὁ Μέγας Βασίλειος δέν συμφωνοῦσε μέ ἑνώσεις, στό πλαίσιο τῶν ὁποίων θά ὑπῆρχε ποικιλία στό φρόνημα, ὅπως συνήθως λέγεται σήμερα στούς διαχριστιανικούς διαλόγους: «unity in diversity». Ἔγραφε ὁ ἅγιος Πατήρ: «Κἄν μέν πείσωμεν, κοινῶς αὐτοῖς ἑνωθῆναι, ἐάν δέ ἀποτύχωμεν, ἀρκεῖσθαι ἡμᾶς ἀλλήλοις. Τόν δέ ἐπαμφοτερισμόν τοῦτον ἐξορίσαι τοῦ ἤθους ... ἦν γάρ, φησί, τῶν πιστευσάντων καρδία καί ψυχή μία» (Ἐπιστολή 128). Ἐάν δηλαδή δέν ἐπιτευχθῇ ἕνωσις μέ ἑνότητα στήν Πίστι, εἶναι προτιμώτερο νά περιορισθοῦμε οἱ ὁμόδοξοι στήν μεταξύ μας κοινωνία. Κατά τόν Μέγα Βασίλειο ἡ ἕνωσις δέν εἶναι αὐτοσκοπός, οὔτε ἡ ποικιλομορφία σέ θέματα Πίστεως ἐκφράζει εὐαγγελικό ἦθος. Ἐκεῖνος πού πραγματικά πρέπει νά ἀποβληθῇ εἶναι ὁ «ἐπαμφοτερισμός τοῦ ἤθους», μία κατάστασις πού δυστυχῶς κατά προτεσταντική ἐπίδρασι ἀποκτᾶ χαρακτῆρα φρονήματος μεταξύ Ὀρθοδόξων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά κατηγορῆται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γιά «ἀπομόνωσι» (self-isolation).

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.

Μία ἱστορική ἀναδρομή στίς ἑνωτικές πρωτοβουλίες μέ τόν προτεσταντικό κόσμο κατά τό ἀπώτερο καί τό πρόσφατο παρελθόν βοηθεῖ στό νά ἀξιολογηθῇ σωστά ἡ σημερινή σχέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό Π.Σ.Ε.

νεοπαγής Προτεσταντισμός τοῦ 16ου αἰῶνος, ἀμυνόμενος ἔναντι τῆς παπικῆς ἀντιμεταρρυθμίσεως, εἶχε κατἀρχάς φιλικέςἀλλά ὄχι ἀθῶες οὔτε ἀνιδιοτελεῖς οὔτε ἀνώδυνεςσχέσεις μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (Φίλιππος Μελάγχθων καί Πατριάρχης Ἰωάσαφ Β΄, Βιττεμβέργιοι θεολόγοι καί Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄, Καλβινισταί θεολόγοι τῆς Γενεύης καί Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, Μητροφάνης Κριτόπουλος καί οἱ τρεῖς πτέρυγες τῆς Διαμαρτυρήσεως)1. Τόν 18ο καί 19ο αἰῶνα ὅμως οἱ προτεσταντικές Ὁμολογίες ἀνέπτυξαν ἀνεπίτρεπτες προσηλυτιστικές ἐνέργειες κατά τῶν ἐμπεριστάτων Ὀρθοδόξων. Ἐν τούτοις Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι καλλιέργησαν πνεῦμα ἑνωτικό μέ κοινότητες τῶν Διαμαρτυρομένων, ὁσάκις αὐτές διετύπωναν τήν πρόθεσί τους γιά ἕνωσι (Ἄγγλοι Ἀνώμοτοι -Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Γ΄, Ἀλεξανδρείας Σαμουήλ, Ἀντιοχείας Ἀθανάσιος Γ΄, Ἱεροσολύμων Χρύσανθος)2. Κατά τήν διάρκεια τριῶν αἰώνων ἐγράφησαν ἀξιόλογα ὁμολογιακά καί ἀντιρρητικά κείμενα. Στόχος τῶν ἀοιδίμων Πατριαρχῶν καί ὅρος ἑνώσεως ἦταν ἐπάνοδος τῶν προτεσταντικῶν κοινοτήτων στήν Ὀρθόδοξο Πίστι καί τήν πλήρη ἑνότητα μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. τακτική τους ἀπαρεγκλίτως ἦταν νά διακόπτουν τίς ἑνωτικές ἐπαφές, ἐφὅσον διεπίστωναν ἀπροθυμία τῶν Διαμαρτυρομένων νά ἀποδεχθοῦν τόν ὅρο αὐτό.

Μετά τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος οἱ Ἀγγλικανικές ἐκκλησίες κατεδίκασαν τυπικά τόν προτεσταντικό προσηλυτισμό καί ἀνέπτυξαν φιλόφρονες σχέσεις ὑψηλοῦ ἐπιπέδου μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος3, καθώς καίποιμαντικόἐνδιαφέρον γιά τίς παροικίες τῶν Ὀρθοδόξων στίς ἀγγλικές ἀποικίες4. Ταυτόχρονα μερίδα τῶν Παλαιοκαθολικῶν (1870) ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν Ὀρθοδοξία5. Ἔτσι δημιουργήθηκαν οἱ συνθῆκες γιά νά τεθῇ ἀφἑνός θέμα ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων μέ τήν Διαμαρτυρομένη Δύσι, καί ἀφἑτέρου ζήτημα περί τά ἐκκλησιολογικά ὅρια αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας. Στό κλῖμα αὐτό ἐντάσσονται Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ (1902) καί οἱ ἔγγραφες ἐπιφυλάξεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν πρότασι τῆς Ἐγκυκλίου. τραγωδία τοῦ Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ἔδωσε τό ἔναυσμα γιά τό ὅραμα τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀνταποκρίθηκαν μέ τό «Διάγγελμα» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1920) γιά τήν ἵδρυσι «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν». Πρέπει νά ὑποσημειωθῇ στό σημεῖο αὐτό διαφορά στήν ἐκκλησιολογία τῶν δύο ἐγκυκλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἐγκύκλιος τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ ὁρίζει ὅτι Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία «μία ἐστί πράγματι ἐν ταυτότητι πίστεως καί ὁμοιότητι ἠθῶν καί ἐθίμων, συνῳδά ταῖς ἀποφάσεσι τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί μία ὀφείλει εἶναι, ἀλλοὐ πολλαί καί διαφέρουσαι πρός ἀλλήλας κατά τε τά δόγματα καί τούς θεμελιώδεις θεσμούς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβερνήσεως»6. Τό «Διάγγελμα» τοῦ 1920 ἀντιθέτως προτρέπει τίς χριστιανικές ἐκκλησίες νά θεωροῦν ἀλλήλας ὄχι «ὡς ξένας καί ἀλλοτρίας, ἀλλά συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καίσυγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ»7.

Βάσει τοῦ «Διαγγέλματος» Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μετέσχον ἐπισήμως στίς προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως ὀργανώσεις «Πίστις καί Τάξις» (τῶν Ἀγγλικανικῶν ἐκκλησιῶν) καί «Ζωή καί Ἐργασία» (τῶν Λουθηρανικῶν ἐκκλησιῶν) κατά τήν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου. Τό ρηξικέλευθο «Διάγγελμα» μέ τήν ἐκκλησιολογική του καινοτομία καί τίς δέκα καταστατικές του προτάσεις ἐχάραξε τήν μέχρι σήμερα κρατοῦσα γενικῶς γραμμή στίς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τίς ἑτερόδοξες. Πρέπει ὅμως νά σημειωθῇ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, πού μετεῖχαν στά Συνέδρια τῶν ἀνωτέρω ὀργανώσεων (Γενεύη 1920, Στοκχόλμη 1925, Λωζάννη 1927, Ἐδιμβοῦργο 1937), ἔδιναν ὁμολογουμένως ὀρθή μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς μόνης Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Στήν Λωζάννη π.χ. ἐδήλωσαν ὅτι «αἱ τεθεῖσαι βάσεις πρός διατύπωσιν κοινῶν προτάσεων καί ἐπιψήφισιν αὐτῶν ὑπό τοῦ Συνεδρίου ἀποκλίνουσιν ἐν πολλοῖς τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν· ἐντεῦθεν καί θεωροῦμεν ἔργον συνειδήσεως, ὅπως ἀπόσχωμεν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν γενομένων ἐκθέσεων». Καί ἐπίσης ὅτι «ἀδυνατοῦμεν νά ἐννοήσωμεν ἕνωσιν περιοριζομένην εἰς ἐλάχιστα κοινά σημεῖα, διότι, κατά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅπου ἐλλείπει ὁλοκληρία τῆς πίστεως, ἐκεῖ οὐδεμία δύναται νά ὑπάρξῃ κοινωνία ἐν τοῖς μυστηρίοις»8.

Τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.) ἱδρύθηκε τό 1948 γιά νά συνενώσῃ τίς αὐτοτελῶς μέχρι τότε ἐργαζόμενες προτεσταντικές ὀργανώσεις «Πίστις καί Τάξις» καί «Ζωή καί Ἐργασία» καί νά ἀποτελέσῃ μία πιό δυναμική παρουσία στόν κόσμο. Προσκληθεῖσα Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνταποκρίθηκε θετικῶς ὑπό τόν ὅρον ὅτι πρόκειται περί συνεργασίας ἐπί πρακτικῶν θεμάτων καί ὄχι συμμετοχῆς σέ δογματικές συζητήσεις τοῦ Τμήματος «Πίστις καί Τάξις» καί ὅτι οἱ ἐκπρόσωποί της δέν θά συμμετέχουν σέ συμπροσευχές καί ἄλλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις πού ἀπαγορεύονται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνας9.

στάσις τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων στά πρῶτα Συνέδρια τοῦ Π.Σ.Ε. καί τῶν ἰδιαιτέρων τμημάτων του ἦταν ἀξιοθαύμαστα ὁμολογιακή. Στήν Λούνδη (πρώτη σύσκεψις τοῦ «Πίστις καί Τάξις» ἐντός τῶν πλαισίων τοῦ Π.Σ.Ε., 1952), ἐδήλωσαν: «... Ἱεραρχία τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπιφυλάσσει διἑαυτήν καί μόνην τό δικαίωμα νά ὁρίζῃ τί εἶναι σφαλερόν εἰς θρησκευτικά ζητήματα καί τί εἶναι σύμφωνον ἀσύμφωνον πρός τήν πίστιν αὐτῆς... οὕτω συνέβαινε πάντοτε, διότι Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει καί διακηρύττει, ὅτι τό περιεχόμενον τῆς πίστεώς της δέν εἶναι ἀνθρώπινος διδασκαλία καί ἀνθρώπινα ἐντάλματα, ἀλλά θεῖα τοιαῦτα, καί οὐδείς ἔχει τό δικαίωμα νά συγχέῃ αὐτά μέ ἀτομικάς γνώμας περί αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ὅλη καί μόνη Ἐκκλησία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐντολοδόχος τῶν Ἀποστόλων»10.

Παρομοία δήλωσις ἔγινε στήν Γεν. Συνέλευσι τοῦ Π.Σ.Ε. στό Ἔβανστον (1954). Στήν Γεν. Συνέλευσι μάλιστα τοῦ Νέου Δελχί (1961) οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι ἐδήλωσαν τά ἑξῆς ἀξιομνημόνευτα: «... Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι μία Ὁμολογία, μία ἐκ τῶν πολλῶν, μία μεταξύ τῶν πολλῶν. Διά τούς Ὀρθοδόξους Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι(καθαυτό) Ἐκκλησία. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀντίληψιν καί συνείδησιν, ὅτι ἐσωτερική της δομή καί διδασκαλία της συμπίπτουσι πρός τό ἀποστολικόν κήρυγμα καί τήν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας ... ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται διά τῆς ὁδοῦ τῆς ἐλαττώσεως (ὑποβιβάσεως, Reduction) καί τοῦ ἀποχωρισμοῦ (Separation) ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι χριστιανικαί ὁμολογίαι. Ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως δύναται παροῦσα οἰκουμενική προσπάθεια νά χαρακτηρισθῇ ὡςοἰκουμενικότης ἐν χώρῳ, ὁποία ἀποσκοπεῖ εἰς συμφωνίαν μεταξύ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ὅπως αὗται ὑφίστανται ἐπί τοῦ παρόντος. προσπάθεια αὕτη εἶναι ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως πλήρως ἀνεπαρκής καί ἀτελής...»11.

Εἶναι ἄξιον ἐπισημάνσεως ὅτι, ἐνῶ ὅλες σχεδόν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶχαν ἐπιδείξει προθυμία γιά τήν συμμετοχή στά συνέδρια τῶν ὀργανώσεων «Πίστις καί Τάξις» καί «Ζωή καί Ἐργασία», ἔδειξαν ἐπιφυλακτικότητα γιά τήν συμμετοχή τους στό Π.Σ.Ε. Στό Ἄμστερνταμ (1948) ἐκπροσωπήθηκαν μόνο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί οἱ Ἐκκλησίες τῆς Κύπρου καί τῆς Ἑλλάδος. Ἐν μέρει βεβαίως δικαιολογεῖ τήν ἐπιφυλακτικότητα κατάστασις, στήν ὁποία περιῆλθαν οἱ σλαβόφωνες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μέ τήν ἐπικράτησι τοῦ Κομμουνισμοῦ στίς σλαβικές χῶρες, καί ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου τῆς Μόσχας, κατά τήν ὁποία «ἀπεκρούετο συμμετοχή εἰς τήν οἰκουμενικήν κίνησιν κατά τό παρόν στάδιον αὐτῆς»12. Ἐν τούτοις δέν εἶναι ἄνευ λόγου παρατήρησις, ὅτι στά συνέδρια τῶν ἀνωτέρω ὀργανώσεων εἶχαν ἐπισημανθῆ ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων βασικές καί μᾶλλον ἀνυπέρβλητες θεολογικές διαφορές πρός τίς προτεσταντικές θέσεις, μεταξύ τῶν ὁποίων: «α) περί ὁρατῆς καί ἀοράτου Ἐκκλησίας· β) περί τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας· γ) περί τοῦ τίς τῶν ὑφισταμένων Ἐκκλησιῶν εἶναι γνησία· δ) περί τοῦ ἱερατείου (ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος)· ε) περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως...· στ) περί τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, ὅτι ὡς τοιοῦτον εἶναι μόνον τό τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ Filioque· ζ) περί τῶν μυστηρίων...»13. Τό ἀδύνατον τῆς ὑπερβάσεως τῶν διαφορῶν αὐτῶν καί ἑπομένως τό ἀλυσιτελές τῆς συμμετοχῆς στήν Οἰκουμενική κίνησι ἐπί τῷ τέλει τῆς ἐν τῇ πίστει ἑνώσεως, ὑπῆρξε ἔν τινι μέτρῳ αἰτία τῆς ἀποχῆς πολλῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά πρῶτα συνέδρια τοῦ Π.Σ.Ε. (Ἄμστερνταμ, Λούνδη). Ἄλλωστε τό πνεῦμα τοῦ «Διαγγέλματος» τοῦ 1920, καθώς καί προηγηθεῖσα καί ἀκολουθήσασα προωθημένη «ἐπικοινωνία» ὡρισμένων Ὀρθοδόξων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν μέ τίς ἀγγλικανικές ἐκκλησίες, εἶχαν δημιουργήσει ἀντιδράσεις στό πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί γιαὐτό ἀπό πλευρᾶς ἐπισκόπων καί θεολόγων τάσεις αὐτοκριτικῆς14.

Μετά τήν Συνέλευσι τοῦ Νέου Δελχί (1961) ἄρχισε νέα περίοδος σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων μέ τό Π.Σ.Ε., περίοδος ἀπομακρύνσεως καί πάλι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογία. Ἔπαυσαν οἱ Ὀρθόδοξοι νά καταθέτουν ἰδιαιτέρα δήλωσι. Ἐπεκράτησε πρότασις τοῦ καθηγητοῦ Νικ. Νησιώτη, ὅτι «ἡ ἑνότητα πραγματώνεται μέ τίς ἐνέργειες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ... Ὅλος κόσμος δυνάμει βρίσκεται σέ τούτη τήν ἑνότητα· σχισματικές ἐκκλησίες δέν ὑπάρχουν, ἀλλά μονάχα ἐκκλησίες σέ σχισματική κατάσταση μέσα στή μία ἀδιαίρετη Ἐκκλησία... Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά καλεῖ τίς ἄλλες νά ἐπιστρέψουν στήν ἀρχαία παράδοση καί στούς ὀκτώ πρώτους αἰῶνες (μιά συνεχής μνεία τῶν Δηλώσεων), ἀλλά μονάχα νά τίς ὁδηγεῖ μέ τή μαρτυρία καί τή διακονία... Μιά κλήση γιά ἐπάνοδο στήν ἀρχαία παράδοση μετατρέπει τήν Ὀρθοδοξία (πού εἶναι τό πλήρωμα τῆς καθολικότητας καί τῆς ἀποστολικότητας) σέ μιά ὁμολογιακή ὁμάδα πού κρατάει γιά τόν ἑαυτό της τήν ἀλήθεια»15. Αὐτή γνώμη, πού στίς λεπτομέρειές της εἶναι ἀκόμη πιό προκλητική γιά τό Ὀρθόδοξο αἰσθητήριο (περιελάμβανε πρότασι νά ἱδρυθοῦν οἰκουμενικά συμβούλια σέ ὅλες τίς κατά τόπους ἐκκλησίες μέ ἁρμοδιότητες ἐκκλησιαστικῆς Συνόδου!), σήμαινε τήν παραίτησι τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τό θεμελιωδέστερο στοιχεῖο τῆς αὐτοσυνειδησίας τους, ὅτι αὐτοί μόνοι ἀπό ὅλους τούς Χριστιανούς ἀποτελοῦν τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.

Κατά τήν περίοδο ἀπό τήν ἔναρξι τῶν Πανορθοδόξων καί τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων (1961-1968 καί 1976-1986) καί ἐντεῦθεν τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συμμετέχει στό Π.Σ.Ε. Ἡ παράλληλη ὅμως ἀνάπτυξις διμερῶν διαλόγων μέ ἑτερόδοξες ἐκκλησίες καί κοινότητες καθιστᾶ τό ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Π.Σ.Ε. μέρος τοῦ ὅλου προβλήματος τῶν οἰκουμενικῶν σχέσεων. Τά ἀποτελέσματα τῶν διμερῶν διαλόγων φανερώνουν ἀφ’ ἑνός τίς θεολογικές βάσεις τῆς ἐν γένει συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνησι, ἀφ’ ἑτέρου ἐπηρεάζουν θετικά ἤ ἀρνητικά καί τόν πολυμερῆ διάλογο. Τό Π.Σ.Ε. εἶναι ἕνα ἀπό τά πολλά ὄργανα πού ἐκφράζουν τό δαιδαλῶδες πλέγμα τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν.

Ἱστορικός βέβαια τῆς ἀνωτέρω περιόδου συμπεραίνει ὅτι οἱ διμερεῖς διάλογοι «ἐν μέσῳ παλινδρομήσεων, ἀπογοητεύσεων καί συμφωνιῶν προσεγγίζουν συνεχῶς τόν ἀπώτερόν των στόχον, τοῦτἔστιν τήν ἕνωσιν πάντων ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀποστολοπαραδότου πίστεως, ὡς ἐκφράζεται αὕτη ὑπό τοῦ παγίου της θεματοφύλακος, τῆς Ὀρθοδοξίας... χωρίς οὐδαμῶς νά γίνουν παραχωρήσεις εἰς τόν πειρασμόν τοῦ συγκρητισμοῦ καί μινιμαλισμοῦ»16. Ἐν τούτοις τά κατωτέρω στοιχεῖα εἶναι ἀρκούντως πειστικά περί τοῦ ἀντιθέτου. ἕνωσις πάντων ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀποστολοπαραδότου Πίστεως καθίσταται στόχος ὅλο καί πιό ἀπόμακρος.

Πρῶτος ἀπό τούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους ὡλοκληρώθηκε διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. ἀνεπίσημος διάλογος (1964-1971) πραγματοποιήθηκε μέ τήν πρωτοβουλία, τήν ἐποπτεία καί τήν οἰκονομική ὑποστήριξι τοῦ Π.Σ.Ε. καί κατέληξε σέ συμφωνίες πού οὐσιαστικά ἐπαναβεβαιώθηκαν ἀπό τά συμπεράσματα (Κοινές Δηλώσεις καί Προτάσεις) τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου (1985-1993). Στό Aarhus π.χ. τό 1964 συμφωνήθηκε ὅτι: «Ἀνεγνωρίσαμε μεταξύ μας τή μία ὀρθόδοξη πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Δεκαπέντε αἰῶνες ἀπομονώσεως δέν μᾶς παραπλάνησαν ἔξω ἀπό τήν πίστη τῶν Πατέρων μας»· καί τό 1990 μέ τήν Β΄ Κοινή Δήλωσι διακηρύχθηκε ὅτι: «ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, καίτοι ἐχρησιμοποίησαν χριστολογικούς ὅρους κατά διάφορον τρόπον».

Μέ γνώμονα αὐτή τήν συμφωνία προτάθηκε νά ἀρθοῦν τά ἀναθέματα τῶν αἱρεσιαρχῶν Διοσκόρου καί Σεβήρου, καί μάλιστα τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας προχώρησε σέ μερική μυστηριακή διακοινωνία ἀπό τό 1991 μέ τούς Συροϊακωβίτας. Ὅμως οἱ συμφωνίες καί οἱ προτάσεις αὐτές βρίσκονται σέ πλήρη ἀντίθεσι πρός τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ καί τήν διδασκαλία ἐγκρίτων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μνημονεύουμε ἀντιπροσωπευτικῶς μόνο τόν α΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης, κατά τόν ὁποῖον Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος «τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων ἐξήλασε ... Νεστόριον καί Διόσκορον, τόν μέν τῆς διαιρέσεως, τόν δέ τῆς συγχύσεως ὑπερασπιστήν τε καί πρόμαχον, τούς ἐκ διαμέτρου τῆς ἀσεβείας πρός ἕν ἐκπεπτωκότας ἀπωλείας καί ἀθεότητος βάραθρον».

Ὁ διμερής διάλογος μέ τούς Ἀγγλικανούς, πού ἐπίσης ἀναπτύχθηκε διεξοδικῶς καί μέ τούς καλλίτερους οἰωνούς, ἄφησε πίσω του βαθειά ἴχνη ἀσυμφωνίας. Τό τελευταῖο κοινῶς ἀποδεκτό κείμενο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τό ἐν Δουβλίνῳ Συμφωνηθέν Κείμενον (1984), πέραν τῆς κραυγαλέας διαφοροποιήσεως στό ζήτημα τῆς χειροτονίας γυναικῶν σέ ἱερατικούς βαθμούς καί τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ κύρους τῶν ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν, τά ὁποῖα δέν ἔχουν ἐπισήμως συζητηθῆ, ἐπισημαίνει τήν διάστασι ἀπόψεων ὅσον ἀφορᾶ τίς ἔννοιες:

α) τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας:

«Οἱ Ἀγγλικανοί θεωροῦν τάς διαιρέσεις τῶν χριστιανῶν ὡς ὑφισταμένας ἐντός τῆς Ἐκκλησίας· δέν πιστεύουν ὅτι μόνοι των ἀποτελοῦν τήν μίαν ἀληθινήν ἐκκλησίαν, ἀλλὅτι ἀνήκουν εἰς αὐτήν [comprehensiveness]. Οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀπεναντίας, πιστεύουν ὅτι Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι μία ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁποία, ὡς τό Σῶμα Του, δέν δύναται νά διαιρεθῇ»17·

β) τῆς «κοινωνίας» καί «διακοινωνίας»:

«Ἐπιτρέπεται διά τούς ἀγγλικανούς εὐχαριστιακή διακοινωνία μετά μελῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν εἰς εἰδικάς οἰκουμενικάς περιπτώσεις, εἰς περιπτώσεις ἀνάγκης ἀκόμη καί ἐπί τακτικῆς βάσεως»18 , καί «ἡ ἔννοια τῆςδιακοινωνίας(intercommunion) δέν ἔχει θέσιν εἰς τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν»19·

γ) τοῦ Filioque [ὡς δογματικῆς διδασκαλίας, ὄχι ὡς προσθήκης]:

«Οἱ ἀγγλικανοί ἀντιπρόσωποι θεωροῦν τό Filioque ὡς ἔγκυρον θεολογικήν διατύπωσιν, ἄν καί δέν τό δέχονται ὡς δόγμα. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι θεωροῦν τήν διδασκαλίαν τοῦ Filioque ὡς ἀπαράδεκτον»20·

δ) τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων:

«Ἐνῶ οἱ ἀγγλικανοί ἀντιπρόσωποι προσέδωσαν μεγαλυτέραν ἔμφασιν εἰς τάς πρώτας τέσσαρας Οἰκουμενικάς Συνόδους καί ὀλιγωτέραν εἰς τάς πέμπτην, ἕκτην καί ἑβδόμην, ἐφαρμόζοντες εἰς τάς συνοδικάς ἀποφάσεις τήν ἀρχήν τῆςτάξεως τῆςἱεραρχίας ἀληθειῶν, οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι θεωροῦν τήν ἀρχήν ταύτην ὡς ἀντικειμένην πρός τήν ἑνότητα τῆς πίστεως ἐν γένει»21·

ε) τῆς πρεσβείας τῶν Ἁγίων:

«Αἱ πλεῖσται τῶν Ἀγγλικανικῶν Ἐκκλησιῶν δέν δέονται τῶν Ἁγίων, ἵνα πρεσβεύωσιν ὑπέρ αὐτῶν, αἱ δέ δεήσεις των ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων δέν εἶναι κοιναί εἰς ἁπάσας»22· καί,

στ) τῆς διακρίσεως θείας οὐσίας καί θείων ἐνεργειῶν στόν Θεό:

«Ἡ κανονική Ὀρθόδοξος ὁρολογία περί οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί περί θεώσεως δέν χρησιμοποιεῖται ἀπό τήν πλειονότητα τῶν ἀγγλικανῶν»23.

Περιττό νά λεχθῇ ὅτι τό ζήτημα τῆς χειροτονίας γυναικῶν καί ὁμοφυλοφίλων διευρύνει ἀκόμη περισσότερο τό ὑφιστάμενο χάσμα.

Ἐνδεικτική ἐπίσης τοῦ προαναφερθέντος πνεύματος τῶν διμερῶν διαλόγων εἶναι καί πρόσφατος ἀναγνώρισις τοῦ Βαπτίσματος τῶν Λουθηρανῶν τῆς Γερμανίας (συμφωνία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῆς Γερμανίας, Φανάρι 22/9/2004), παρά τό εὐρύτατο δογματικό καί ἐκκλησιολογικό χάσμα. Λέγεται στό ἀνακοινωθέν: «Παρότι αἱ Ἐκκλησίαι ἡμῶν δέν εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς κοινωνίαν, θεωροῦμεν ἑκατέρωθεν τά μέλη ἡμῶν ὡς βεβαπτισμένα καί ἀπορρίπτομεν τόν ἐπαναβαπτισμόν. Οἱ συμμετέχοντες εἰς τόν Διάλογον χαιρετίζουν τάς προσπαθείας τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Γερμανίᾳ (Οἰκουμενικόν Συμβούλιον τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν) διά τήν προσπάθειαν ἐπιτεύξεως συμφωνίας ὡς πρός τήν ἑκατέρωθεν ἀναγνώρισιν τοῦ Βαπτίσματος»24.

Τέλος, τόσο αἰσιόδοξος ἀπό πλευρᾶς δογματικῆς συμφωνίας διμερής διάλογος μέ τούς Παλαιοκαθολικούς συνάντησε σοβαρό ἐμπόδιο στήν ἐκκλησιολογική του πλευρά λόγῳ τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας τῶν Παλαιοκαθολικῶν μέ τούς Ἀγγλικανούς καί ὡρισμένους Λουθηρανούς25.

Συνεκτιμώντας τήν ἀρνητική αὐτή πλευρά τῶν θεολογικῶν διαλόγων μέ τήν θετική προοπτική πού ἔχει πάντοτε μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπιστροφή τῶν ἑτεροδόξων στήν ὀρθοδοξία της καί μέ τήν θετική ἐπίσης συμβολή πολλῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων στούς διαλόγους, παρατηρεῖ κανείς ὅτι δέν ἀρκοῦν οἱ ἀγαθές τυχόν προθέσεις καί οἱ δηλώσεις τῶν Ὀρθοδόξων ὅτι πρέπει νά συμμετέχουν στήν οἰκουμενική κίνησι χωρίς «ὑπέρβασιν καταπάτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁρίων ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν»26. Τά ἀνωτέρω στοιχεῖα δείχνουν ὑπερβάσεις τῶν ὁρίων· ὅπως ἐπίσης οἱ συμπροσευχές καί συμμετοχή σέ λειτουργικές ἐκδηλώσεις μαζί μέ ἑτεροδόξους σημαίνουν ἀθετήσεις τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας. Γιά νά ἐξασφαλισθῇ ἐπιστροφή τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθοδοξία ἀπαιτεῖται πρό πάντων πιστότης καί συνεχής ἀναβαπτισμός μας στήν Ὀρθόδοξο Πίστι, πού καλλιεργεῖται μέ τίς καθημερινές ἱερές Ἀκολουθίες, τήν τιμή τῶν ἁγίων Ὁμολογητῶν Πατέρων, τά συναξάρια τῶν Νεομαρτύρων, τήν ἄσκησι τῶν χαριτωμένων Μοναχῶν, τήν ταπείνωσι τῶν ἁπλοϊκῶν ἀλλά εὐσεβῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, γενικῶς τῶν μαρτύρων τῆς ἁγιότητος.

ΙΙΙ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΤΟΥ Π.Σ.Ε. ΣΗΜΕΡΑ.

θεολογική ταυτότης τοῦ Π.Σ.Ε. μεταβάλλεται διαρκῶς. Στήν πραγματικότητα τό Π.Σ.Ε. ἀναζητεῖ μία ταυτότητα. Ὡρισμένα καταστατικοῦ χαρακτῆρος κείμενα προσδιορίζουν μέ ἀρκετή ἀκρίβεια τήν ταυτότητα τοῦ Π.Σ.Ε. (ἡ Καταστατική Βάσις, Δήλωσις τοῦ Τορόντο, Δήλωσις τοῦ Νέου Δελχί, τό κείμενο Β.Ε.Μ., Δήλωσις τῆς Καμπέρρα). Σήμερα ταυτότης τοῦ Π.Σ.Ε. δίδεται ἐπαρκῶς ἀπό τά δύο κοινῶς ἀποδεκτά κείμενα τῆς Θ΄ Συνελεύσεως στό Porto Alegre τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), δηλαδή α) τήν «Τελική Ἔκθεσι τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε.» (Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC) καί β) τό «Κείμενο περί ἐκκλησιολογίας: Κεκλημένοι νά γίνουμε Μία Ἐκκλησία» (Text on ecclesiology: Called to be the One Church), καθώς ἐπίσης καί ἀπό τό κείμενο μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ Π.Σ.Ε.» (Towards a Common Understanding and Vision of the WCC) πού εἶχε υἱοθετήσει ἤδη Η΄ Γεν. Συνέλευσις στό Χαράρε τό 1998. Αὐτά τά τρία κείμενα προϋποθέτουν καί τίς προαναφερθεῖσες καταστατικῆς φύσεως Δηλώσεις.

Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν μελέτη αὐτῶν τῶν κειμένων, προτεσταντική ἐκκλησιολογία συνεχίζει νά διαμορφώνῃ τό θεολογικό πλαίσιο λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε., παρά τίς ὅποιες ἐμφανεῖς ἀλλαγές στόν τρόπο λειτουργίας του ἐπέφεραν οἱ παλαιότερες παρεμβάσεις καί οἱ πρόσφατες ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων. ταυτότης τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι προτεσταντική.

Στήν συνέχεια θά ἀναπτυχθοῦν βάσει τῶν ἀνωτέρω κειμένων (καί κάποιων συναφῶν) οἱ θεολογικές θέσεις πού φανερώνουν αὐτή τήν ἐκκλησιολογική ταυτότητα.

1. Ἐκκλησιολογία.

Τό «Κείμενο περί ἐκκλησιολογίας: Κεκλημένοι νά γίνουμε Μία Ἐκκλησία» (Text on ecclesiology: Called to be the One Church) ἐκπονήθηκε ἀπό τήν Ἐπιτροπή «Πίστις καί Τάξις» μετά ἀπό αἴτησι τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε. καί ἀποτελεῖ μία πρόσκλησι πρός τίς ἐκκλησίες-μέλη νά ἀνταποκριθοῦν στά νέα δεδομένα πού προέκυψαν ἀπό τήν ἀποδοχή τῆς «Τελικῆς Ἐκθέσεως τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε.». Σέ αὐτό τό κείμενο οἱ ἐκκλησίεςμέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναφέρονται σέ θεμελιώδη ἐκκλησιολογικά θέματα, πολύ διαφωτιστικά γύρω ἀπό τήν ἐκκλησιολογία πού προτείνεται νά διέπῃ τό Π.Σ.Ε.

Ἐκ προοιμίου εἶναι ἀπαραίτητη μία ἐπισήμανσις. Ἐάν «Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» ὑπῆρξε μία ἀκόμη ἐκκλησιολογική πρόκληση27 πρός τό Π.Σ.Ε., τό ὑπὄψιν κείμενο εἶναι τελευταία ἐκκλησιολογική πρόσκλησις τοῦ Π.Σ.Ε. πρός τά μέλη του. Ἔχοντας τόν χαρακτῆρα προσκλήσεως τό κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», ἤδη στόν τίτλο αὐτό συνοψίζει τήν προτεσταντική ἐκκλησιολογία, ὅτι οἱ ὑπάρχουσες χριστιανικές ἐκκλησίες δέν ἀποτελοῦν οὔτε καθεμία καθεαυτήν οὔτε ὅλες μαζί στήν παροῦσα διῃρημένη τους κατάστασι τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά κινοῦνται, στοχεύουν, στήν ἀναζήτησί της. Καί οἱ μέν προτεσταντικές ἐκκλησίες, θά ἔλεγε κανείς, συνεπεῖς στήν ἐκκλησιολογία τους ἔτσι πορεύονται. Γιατί ὅμως σέ αὐτή τήν πορεία συσκευάζονται καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες συναποδέχθηκαν τό ὡς ἄνω κείμενο;

Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι σέ αὐτό τό κείμενο δέν γίνεται εἰδική μνεία τῆς ἐκκλησιολογικῆς πεποιθήσεως τῶν Ὀρθοδόξων ὅτι ταυτίζουν ἑαυτούς μέ τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως γίνεται στήν «Τελική Ἔκθεσι τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...» (παράγρ. 15)28, καί ἑπομένως δέν περιέχεται σαφής δήλωσις (τουλάχιστον ὡς θέσις τῶν Ὀρθοδόξων) ὅτι καθἡμᾶς οἱ προτεσταντικές ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. πρέπει νά προσανατολίζωνται πρός ἀποδοχήν τῆς Πίστεως καί τῆς κοινωνίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μία τέτοια δήλωσις ἴσως νά μή ἦταν δυνατή, ἄν ὑπολογίσῃ κανείς ὅτι «Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...» πέρασε στήν Κεντρική Ἐπιτροπή μέ ψήφους 55 ὑπέρ, 26 κατά, 10 ἀποχές καί μέ παραίτησι καί θορυβώδη ἀποχώρησι ἑνός μέλους τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς29. Θά ἦταν ὅμως συνεπής στήν Ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογία καί θά ὑπεδείκνυε τόν ὀρθό προσανατολισμό τοῦ Π.Σ.Ε. Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία, ἄν καί φαίνεται αὐστηρή καί δικαιολογεῖ ἀκόμη καί ἀποχώρησι ἀπό τό Π.Σ.Ε., ἐν τούτοις ἀκεραία προβολή της μπορεῖ νά βοηθήσῃ οὐσιαστικά τούς ἑτεροδόξους. Αὐτό ἄφησε νά νοηθῇ κατά τήν πρόσφατη εἰσήγησί του στήν Θεσ/νίκη δρ. Raiser, ὅταν ὑπενθύμισε αὐστηρές δηλώσεις τοῦ π. Φλωρόφσκυ πού διέσωσε σέ ἔργοἀπολογισμό τῆς θητείας του στό Π.Σ.Ε. πρῶτος Γεν. Γραμματέας του W.A.Vissert Hooft)30.

Τά σημαντικώτερα ἐκκλησιολογικά θέματα πού περιλαμβάνονται στό ἀνωτέρω κείμενο εἶναι τά ἀκόλουθα:

α. ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔννοια Μία Ἐκκλησία).

Ἡ Θ΄ Γεν. Συνέλευσις ἀναφέρει:

«Ὁμολογοῦμε τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ὅπως τήν ἐκφράζει τό Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως (381). Ἐκκλησία εἶναι Μία κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν θείων Προσώπων. Θεία Γραφή περιγράφει τήν κοινότητα τῶν Χριστιανῶν ὡς Σῶμα Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἀμοιβαία διαφορετικότητα [τῶν μελῶν] εἶναι οὐσιαστική γιά νά εἶναι [τό Σῶμα] ἕνα ὅλον (whose interrelated diversity is essential to its wholeness):Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσίν, τὸ δὲ αὐτὸ πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσιν, καὶ αὐτὸς κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, δὲ αὐτὸς θεός, ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. ἑκάστῳ δὲ δίδοται φανέρωσις τοῦ πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον(Α΄ Κορ. 12, 4-7). Ἔτσι ὡς λαός τοῦ Θεοῦ, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἐκκλησία, καλεῖται νά φανερώνει τήν μοναδικότητά της μέσα σέ εὐρεῖα διαφορετικότητα»31.

Ἀπό τό ἀπόσπασμα αὐτό γίνονται φανερές οἱ ἑξῆς βασικές προτεσταντικές ἐκκλησιολογικές ἀρχές:

Πρῶτον, ἀρχή περί «ἀοράτου» Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὁμολογοῦν τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά θεωροῦν ὅτι αὐτή Ἐκκλησία δέν ταυτίζεται μέ καμμία ἀπό τίς ὑπάρχουσες χριστιανικές ἐκκλησίες. Ἐκκλησία ὑφίσταται μόνο ὡς ἕναἀόρατο(δηλαδή μή συγκεκριμενοποιημένο σέ χριστιανική κοινότητα) Σῶμα Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου εἶναι ὅσοι ὁμολογοῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί Σωτῆρα καί εἶναι βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁμάδος στήν ὁποία ἀνήκουν.

Δεύτερον, συναφής ἀρχή περί διακρίσεως Ἐκκλησίας (ἀοράτου) καί ἐκκλησιῶν (ὁρατῶν). Γιαὐτήν κάνει λόγο καί παράγρ. 9 τοῦ κειμένου παραπέμπουσα στήν καταστατικῆς ἰσχύος Δήλωσι τοῦ Τορόντο (1950) μέ τίτλο: «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἐκκλησίες καί τό Π.Σ.Ε.», ὅπου λέγεται ὅτι «τό ὅτι εἶναι κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι κάτι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά εἶναι μέλος τῆς ἴδιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ὁμάδος». Ἐπίσης αὐτή τήν ἀρχή μνημονεύει καί «Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...» (παράγρ. 13 καί 16)32.

Καί τρίτον, ἀρχή τῆς ἑνότητος μέσα στήν διαφορετικότητα (unity in diversity). Παρερμηνεύοντας τό ἐδάφ. Α΄ Κορ. 12, 7 οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δηλώνουν ὅτι «ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά φανερώνει τήν μοναδικότητά της μέσα σέ εὐρεῖα διαφορετικότητα». Ὅμως τό ἐδάφιο κάνει λόγο γιά ποικιλία χαρισμάτων καί διακονιῶν μέσα στήν Ἐκκλησία. Οἱ διαιρέσεις τῶν χαρισμάτων, τῶν διακονιῶν καί τῶν ἐνεργημάτων ἀποτελοῦν δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσφερόμενες στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως λέγει ἴδιος ἀπόστολος Παῦλος πραγματευόμενος τό ἴδιο θέμα στήν ἐπιστολή του πρός Ἐφεσίους, διαφορά τῶν χαρισμάτων δίδεται «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 12-13). Δέν πρέπει οἱ «διαιρέσεις τῶν χαρισμάτων» νά ἐννοοῦνται ὡς δογματικές διαφοροποιήσεις, ἀντιευαγγελικές ἠθικές ἐπιλογές καί ματαιόφρονες ἀνθρώπινες πρακτικές, διότι ἀπό αὐτές ἀκριβῶς ἀπόστολος Παῦλος θέλει νά προφυλάξῃ τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας λέγοντας στήν συνέχεια τοῦ ἐδαφίου: «ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης» (Ἐφ. 4, 14). Oἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι φαίνεται νά ἔχουν προσυπογράψει μαζί μέ τό ἀνωτέρω κοινῶς ἀποδεκτό στήν Θ΄ Γεν. Συνέλευσι κείμενο, πού ἤδη πραγματευόμαστε, καί τήν προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως δήλωσι ὅτι «ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά φανερώνει τήν μοναδικότητά της μέσα σέ εὐρεῖα διαφορετικότητα»!

Κοινός παρονομαστής αὐτῶν τῶν ἀρχῶν εἶναι θεωρία τῶν κλάδων, τήν ὁποία οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπορρίπτουμε.

Συνέπεια ἐξάλλου αὐτῶν τῶν ἀρχῶν εἶναι ὅτι οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δέν ἔχουν περιλάβῃ στίς δεσμεύσεις τους (commitments) τήν ὑποχρέωσι νά ἐργασθοῦν κατἰδίαν καί ἀπό κοινοῦ πρός ἀνεύρεσι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς κοινωνίας μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (ὡς τήν μόνη ἀποτελοῦσα τήν Una Sancta). Πραγματικά τέτοια δέσμευσις δέν ὑπάρχει! Ἀντίθετα παραπέμπουν σέ «περαιτέρω διερεύνησι τῶν ἑξῆς θεμάτων:

α΄. πῶς οἱ ἐκκλησίες-μέλη κατανοοῦν τήνὁρατή ἑνότητα, τήνἑνότητα καί διαφορετικότητακαί τήν δέσμευσί τουςνά καλοῦν μία τήν ἄλλη στόν στόχο τῆς ὁρατῆς ἑνότητος·

β΄. ἐάν τό Βάπτισμα πρέπει νά περιληφθῇ στήν καταστατική Βάσι τοῦ Π.Σ.Ε.·

γ΄. ρόλος τοῦ Π.Σ.Ε. στήν ἐνθάρρυνσι τῶν ἐκκλησιῶν νά σέβωνται μία τό Βάπτισμα τῆς ἄλλης καί νά βαδίζουν πρός ἀμοιβαία ἀναγνώρισι τοῦ Βαπτίσματος·

δ΄. φύσις τῆς κοινῆς ζωῆς πού βιώνεται στό Π.Σ.Ε.: ποιά εἶναι ἔννοια τοῦ ὅρου fellowship (κοινωνία) πού χρησιμοποιεῖται σέ αὐτή τήν συνάφεια;» (Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς..., παράγρ. 18)33.

β. καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Θ΄ Γεν. Συνέλευσις σημειώνει:

«Ἡ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τήν πληρότητα, τήν ἀκεραιότητα, τήν ὁλότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς της διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ. Αὐτό τό μυστήριο ἐκφράζεται σέ κάθε κοινότητα βεβαπτισμένων πιστῶν, στήν ὁποία ὁμολογεῖται καί βιοῦται ἡ ἀποστολική πίστις, κηρύσσεται τό Εὐαγγέλιο καί τελοῦνται τά [ἱερά] Μυστήρια. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλᾶ μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη [ἡ καθολική Ἐκκλησία]. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες. Βεβαιώνουμε ὅτι ἡ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μέ τόν καλλίτερο ὁρατό τρόπο διά τῆς συμμετοχῆς στήν θεία εὐχαριστία καί διά τῆς ἀμοιβαίως ἀναγνωρισμένης καί κατηλλαγμένης ἱερατικῆς διακονίας [ἱερατείου]...

... Ἀκόμη καί τώρα πού συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστία δέν εἶναι πάντοτε δυνατή, οἱ διῃρημένες ἐκκλησίες ἐκφράζουν τήν [μεταξύ τους] ἀμοιβαία ἐκτίμησι [mutual accountability] καί ὄψεις τῆς καθολικότητος, ὅταν προσεύχωνται ὑπέρ ἀλλήλων, μοιράζωνται τούς πόρους, συμπαρίστανται μία στήν ἄλλη ἐν καιρῷ ἀνάγκης, συναποφασίζουν, συνεργάζωνται γιά τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή καί τήν εἰρήνη, ἀλληλοεκτιμοῦν τήν συμ-μαθητεία πού εἶναι σύμφυτη μέ τό Βάπτισμα, καί διατηροῦν διάλογο ἐν ὄψει τῶν διαφορῶν, ἀρνούμενες νά εἰποῦνχρείαν σου οὐκ ἔχω(Α΄ Κορ. 12, 21). ἕνας χωρίς τόν ἄλλον εἴμαστε πτωχότεροι»34.

Ὅσα οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὁμολογοῦν περί καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας στό πρῶτο τμῆμα τοῦ παρατιθεμένου ἀποσπάσματος, ἀποτελοῦν θέσεις τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί ἐφαρμόζονται μόνο στίς Ὀρθόδοξες Τοπικές Ἐκκλησίες. Μέ ὅσα λέγουν στήν συνέχεια τοῦ ἰδίου ἀποσπάσματος, ἀκυρώνουν τήν Ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογία καί τήν ἀνατρέπουν. Ἡ καθολικότης, καθό καθολικότης, δέν ἔχει ὄψεις πού νά ἐκφράζωνται μερικῶς. Ἡ καθολικότης δέν μερίζεται, πολλῷ μᾶλλον δέν διασπᾶται σέ ἄνισα μέρη πού νά μετέχωνται ἀπό “ἐκκλησίες” χωρισμένες ἀπό τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ἡ καθολικότης μερίζεται ἀμερίστως καί κατέχεται ὁλοκλήρως ἀπό κάθε τοπική Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ἡ ἀποστολική Πίστις καί ἡ πατερική Παράδοσις, τό Ὀρθόδοξο βίωμα καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή εἶναι στοιχεῖα πού φανερώνουν τήν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν ὑπάρχουν ἔξω ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Καθολικῆς (δηλονότι Ὀρθοδόξου) Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ὅταν οἱ ἑτερόδοξοι προσεύχωνται ὑπέρ ἀλλήλων, συμπαρίστανται στούς ἐμπεριστάτους, κηρύττουν τόν Χριστό καί συνεργάζωνται γιά κοινωνικούς σκοπούς, ἐκδηλώνουν εὐγενεῖς, ἴσως ἐπαινετές, χριστιανικές συμπεριφορές, δέν ἐκφράζουν ὅμως ὄψεις τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας

Πάντως ἀναφορά σέ «συμ-μαθητεία πού εἶναι σύμφυτη μέ τό Βάπτισμα» εἶναι ἐντελῶς ξένη πρός τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφὅσον παραπέμπει εὐθέως σέ διομολογιακό συγκρητισμό στήν βάσι τῆς προτεσταντικῆς βαπτισματικῆς θεολογίας.

γ. ἀποστολικότης καί ἁγιότης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Θ΄ Γεν. Συνέλευσις γράφει:

«Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινότης τῶν πιστῶν δημιουργήθηκε ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, διότι μέ τήν ἀκοή τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου ἀφυπνίσθηκε πίστις (Ρωμ. 10, 17), διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδή τό εὐαγγέλιο, πού κηρύχθηκε γιά νά ἀφυπνίσῃ τήν πίστι, εἶναι τό εὐαγγέλιο πού ἔφθασε μέχρις ἐμᾶς διά τῶν Ἀποστόλων, Ἐκκλησία πού δημιουργήθηκε διαὐτοῦ εἶναι ἀποστολική. Θεμελιωμένη ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν Ἐκκλησία εἶναι οἶκος Θεοῦ, ἅγιος ναός, στόν ὁποῖο κατοικεῖ καί ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Μέ τήν δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ πιστοί αὐξάνουνεἰς ναόν ἅγιον ἐν Κυρίῳ(Ἐφ. 2, 21)»35.

Τό ἀπόσπασμα δέν ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περί ἀποστολικότητος καί ἁγιότητος τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶλλον ἀντανακλᾶ τίς προτεσταντικές ἀπόψεις. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ κοινότης τῶν πιστευσάντων στό ἀποστολικό κήρυγμα, ἀλλά εἶναι κυρίως τό σῶμα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἡ κοινότης τῶν πιστευσάντων συγκροτεῖται σέ σῶμα Χριστοῦ. Γιά τήν συγκρότησί του οἱ Ἀπόστολοι δέν λειτούργησαν ὡς ἁπλᾶ ἐξωτερικά ὄργανα γιά τήν μετάδοσι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὡς στῦλοι ἐποικοδομηθέντες ἐπί τόν μόνον θεμέλιον (Α΄ Κορ. 3, 11) κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο. Ὑπῆρξαν οἱ δομικοί λίθοι, «ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 2, 20), οἱ συνεκτικοί τῆς Οἰκοδομῆς τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὀρθῆς Πίστεως, τῆς ὁποίας οἱ ἴδιοι μετέσχον καί τήν ὁποία μετέδωσαν στούς διαδόχους των.

ἀποστολικότης τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξασφαλίζεται μόνον ἀπό τό γεγονός ὅτι τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου «ἔφθασε μέχρις ἐμᾶς διά τῶν ἁγίων Ἀποστόλων», ἀλλά καί διότι διατηρήθηκε στήν Ἐκκλησία ἀκαινοτόμητο ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων. ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος στό ἐγκώμιό του στόν Μέγα Ἀθανάσιο θεωρεῖ κριτήριο ἀποστολικῆς διαδοχῆς τήν Ὀρθόδοξο Πίστι: «Τό μέν ὁμόγνωμον καί ὁμόθρονον· τό δέ ἀντίδοξον καί ἀντίθρονον· καί μέν [διαδοχή στήν προεδρία] προσηγορίαν, δέ [διαδοχή στήν εὐσέβεια] ἀλήθειαν ἔχει διαδοχῆς. Οὐ γάρ [διάδοχος] ... τἀναντία δοξάζων, ἀλλ τῆς αὐτῆς πίστεως· εἰ μή οὕτω τις λέγοι διάδοχον, ὡς νόσον ὑγιείας, καί φωτός σκότος, καί ζάλην γαλήνης, καί συνέσεως ἔκστασιν» (PG 35, 1089).

Ἐπιπλέον, ὁ α΄ Κανών τοῦ Μεγ. Βασιλείου (Ἐπιστολή 188) ἀνατρέπει κάθε ἰσχυρισμό ὅτι ἑτερόδοξες ἐκκλησίες μποροῦν νά ἔχουν κατά διαδοχήν τῶν ἐπισκόπων ἑνότητα μέ τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Γράφει: «Οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτούς· ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν. Οἱ μέν γάρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρά τῶν Πατέρων ἔσχον τάς χειροτονίας, καί διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν ἔλαβον τό χάρισμα τό πνευματικόν· οἱ δέ ἀποῤῥαγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἑτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοί ἐκπεπτώκασι». Πολλές ἄλλωστε ἀπό τίς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δέν ἔχουν κἄν ἐπισκόπους καί γι’ αὐτό εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νά ὁμιλοῦν γιά ἀποστολικότητα τῆς ὁμάδος τους.

Οἱ προτεσταντικές “ἐκκλησίες” ὡς ἑτερόδοξες καί ἀποκεκομμένες ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐκπέσει τῆς ἀποστολικότητος καί τῆς ἁγιότητός της.

δ. πίστις, ζωή καί ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας.

Στό κατωτέρω ἀπόσπασμα ἀπό τό ἴδιο κείμενο γίνονται σημαντικές ἐκκλησιολογικές ἀναφορές:

«Βεβαιώνουμε ὅτι ἀποστολική πίστις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία, καθώς τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα· ἐντούτοις ἐνδέχεται νά ὑπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας. ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς νέα ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι μία· ἐντούτοις οἰκοδομεῖται μέσα ἀπό ποικίλα χαρίσματα καί διακονίες. ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία· ἐντούτοις ἐκφράζεται μέ διαφορετικές ἀνθρώπινες προσδοκίες. Γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν διαφορετικές ἐκκλησιολογικές ἀφετηρίες καί μία ποικιλία ἀπόψεων περί τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τίς ἐκκλησίες. Κάποιες διαφορές ἐκφράζουν τήν Χάρι καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ· αὐτές πρέπει νά ἀποδοθοῦν στήν Χάρι τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάποιες ἄλλες διαφορές διαιροῦν τήν Ἐκκλησία· αὐτές πρέπει νά ξεπερασθοῦν διά τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, ἔτσι ὥστε χωρισμός καί ἀπομόνωσις νά μή ἔχουν τόν τελικό λόγο. Θεός προέθετο ἐν αὐτῷ εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς(Ἐφ. 1, 10), διορθώνοντας τίς ἀνθρώπινες διαιρέσεις. Θεός καλεῖ τόν λαό του ἐν ἀγάπῃ νά ἐπανεύρῃ τόν δρόμο πρός τήν πλήρη κοινωνία»36.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἀσυνέπεια τῆς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογίας, πού ἐκφράζεται στό ἀπόσπασμα αὐτό, πρός τήν ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἐφὅσον Χριστός εἶναι ἕνας, τό Σῶμα Του εἶναι ἕνα καί συνεπῶς πίστις, ζωή καί ἐλπίδα αὐτοῦ τοῦ Σώματος (τῆς Ἐκκλησίας) εἶναι μία (Ἐφ. 4, 4-6). Μέσα στήν Μία αὐτή κατά Παῦλον Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν «νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας» ἀλλά μία καθορισμένη ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Ὅλοι οἱ ἀγῶνες τῶν Πατέρων γιαὐτό ἔγιναν, γιά νά ἀποβληθῇ πολυμορφία τῶν δογματικῶν διατυπώσεων, πίσω ἀπό τήν ὁποία (ὅταν χρονίζῃ καί ἀποδεικνύῃ ἀσυμβίβαστες τίς διατυπώσεις) κρύπτεται διαφορετικό φρόνημα. Οὔτε πάλι οἱ «διαφορετικές ἐκκλησιολογικές ἀφετηρίες καί μία ποικιλία ἀπόψεων περί τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τίς ἐκκλησίες» εἶναι πράγματα συμβατά μέ τήν ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἐάν τό ἐκκλησιολογικό κείμενο τοῦ Π.Σ.Ε. «Τext on ecclesiology: Called to be the One Church» συνεχίζει νά ὁμιλῇ γιά Ἐκκλησία καί ἐκκλησίες καί μάλιστα ἐν ποικιλίᾳ σχέσεων μεταξύ τους, τότε πολύ ἀπέχει ἀπό τήν ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού διακρατεῖ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἐάν τό ἐν λόγῳ κείμενο ἁπλῶς διαπιστώνει τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. καί καλεῖ σέ ὑπέρβασί τους, τότε δρόμος πού ὁδηγεῖ σέ αὐτήν εἶναι παραίτησις ἀπό τήν προτεσταντική ἐκκλησιολογία καί ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφή στήν ἑνότητα τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως πού διασώζει Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

Σχετικά μέ ὅλα τά ἀνωτέρω ἐκκλησιολογικά θέματα, ἀνάλυσις πού ἐπιχειρεῖται ἀπό τό Τμῆμα «Πίστις καί Τάξις» τοῦ Π.Σ.Ε. στό πολυσυζητούμενο κείμενο ἐργασίας «Ἡ φύσις καί σκοπός τῆς Ἐκκλησίας» (Nature and Purpose of the Church), παράγρ. 9-6737, εἶναι ἀξιοπρόσεκτη καί ἀποκαλυπτική τοῦ προτεσταντικοῦ πνεύματος πού ἀκόμη διαπνέει τίς μή Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. Παραθέτουμε μερικά ἀποσπάσματα:

Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας:

«Γιά μερικούς εἶναι ἀδύνατο νά λεχθεῖ ὅτι Ἐκκλησία ἁμαρτάνει, ἐπειδή θεωροῦν τήν Ἐκκλησία δῶρο Θεοῦ, καί μέ αὐτή τήν ἔννοια σφραγισμένη ἀπό τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ... Ἄλλοι [σ.σ. ἐννοοῦνται οἱ Προτεστάνται], ἐνῶ δηλώνουν ἐπίσης ὅτι Ἐκκλησία ὡς δημιούργημα τοῦ λόγου καί τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὡς σῶμα Χριστοῦ, κ.λπ., εἶναι ἁγία καί χωρίς ἁμαρτία, συγχρόνως λένε ὅτι ὑπόκειται σέ ἁμαρτία, ἐπειδή ὁρίζουν τήν Ἐκκλησία ὡς τήν κοινωνία τῶν μελῶν της... Γιά ἄλλους, ἁμαρτία στήν Ἐκκλησία μπορεῖ νά εἶναιἐνδημικήκαί νά ἔχει ἐπιπτώσεις ἀκόμη καί στόν θεσμό»38.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν ποικιλομορφία ἐν τῇ ἑνότητι:

«Ἡ ποικιλία στήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελίου, στίς λέξεις καί τίς πράξεις, ἐμπλουτίζει τήν κοινή ζωή. Διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης ἐμπεριέχονται σήμερα στή ζωή καί τή μαρτυρία διαφορετικῶν ἐκκλησιῶν: γιά παράδειγμα, παράδοση τῆς ἁγιότητας στούς Μεθοδιστές, τό δόγμα τῆς δικαίωσης μόνο ἀπό τήν πίστη μέσῳ τῆς χάριτος στούς Λουθηρανούς, ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπό τούς Πεντηκοστιανούς, τό λειτούργημα τοῦ πρωτείου στήν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἀξία τῆς περιεκτικότητας στήν ἀγγλικανική κοινωνία, τό δόγμα τῆς θέωσης πού συνδέεται μέ αὐτότῆς συνεργίαςστούς Ὀρθοδόξους, κ.λπ. Κατά πόσο τά διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης εἶναι συγκρουόμενες θέσεις μιά ἔκφραση θεμιτῆς ποικιλομορφίας; Τό βάρος πού τοποθετεῖται στά διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης ἐπισκιάζει τήν πληρότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου;»39

Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀποστολική Πίστι:

«Οἱ ἐκκλησίες διαφέρουν σήμερα σχετικά μέ τό ποιά θεωροῦν ἀνεκτά ὅρια γιά διαφορετικότητα στήν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστης. Παραδείγματος χάριν, εἶναι αἰτία διαίρεσης:

      • νά κατανοεῖται ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μόνο συμβολικά;

      • νά ὁμολογεῖται Χριστός μόνο ὡς ἕνας μεσολαβητής μεταξύ ἄλλων;

      • νά ἀντικατασταθεῖ ἱστορία τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ὅπως καταγράφεται ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν προ-χριστιανική ἱστορία κάποιου πολιτισμοῦ λαοῦ;

      • νά κατανοεῖται μέ διαφορετικούς τρόπους συμβολή καί εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπινου συγγραφέα στή σύνθεση τῆς Γραφῆς; [σ.σ. ἀμφισβητεῖται θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς]

      • νά ἀντιλαμβάνεται [σ.σ. νά γίνεται ἀντιληπτή] μέ διαφορετικούς τρόπους ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;»40

Ἀπέναντι σέ ὅλα αὐτά εἶναι ἀξιοπρόσεκτες οἱ εὔστοχες ἀπό Ὀρθοδόξου ἀπόψεως παρατηρήσεις τῶν Καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης. Ἀποδελτιώνουμε μερικές ἀπό αὐτές:

«Ἡ φράσηἐκτεθειμένη [ἐνν. Ἐκκλησία] στό διφορούμενο χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίαςὑπονοεῖ τή γνωστή ἄποψη περί ταύτισης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μέ τήν ἁμαρτία, ἀρνεῖται τήν καθολικότητα τῆς ἱστορικῆς-ὁρατῆς Ἐκκλησίας, καί γιαὐτό τή δέχεται καί ὡς ἐσχατολογική: ἀρνούμενη τήν καθολικότητα μέσα στήν ἱστορικότητά της... παράγραφος ὑπαινίσσεται διαφορά μεταξύ ὁρατῆς καί ἀόρατης Ἐκκλησίας» (σχόλιο στήν παράγρ. 35)41.

«Ἡ ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν ὡστόσο δέν μπορεῖ νά προκύψει μέσα ἀπό τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησιολογίας τῶν κλάδων, τήν ὁποία τά σχήματα αὐτά προϋποθέτουν» καί «Ἡ φράσηπληρέστερη ὁρατή ἐνσάρκωση τῆς ἑνότηταςδέν συνάδει μέ τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ἀφοῦ γιά τήν τελευταία Una Sancta ἐκφράζεται ὁρατά, καί ἐκφράζεται μέσα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» (σχόλιο στήν παράγρ. 38)42.

«Θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι στή σύγχρονη οἰκουμενική ὁρολογία κοινωνία [σ.σ. fellowship] φαίνεται πολλές φορές νά διακρίνεται ἀπό τήν ἑνότητα νά εἶναι μικρότερη σέ σημασία πρώτη ἀπό τή δεύτερη... Κατά τή γνώμη μας ὡστόσο εἶναι σημαντικό στίς μέρες μας νά ἀπαντηθεῖ σαφῶς τό ἐρώτημα: Ὅταν γίνεται λόγος στόν οἰκουμενικό διάλογο γιά κοινωνία, ἐννοεῖται κοινωνία σχέσεων τῶν ὁμολογιῶν σκοπός τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας καί ἑνότητας γιά ὅλους κάτω ἀπό τόν παρονομαστή τῆς κοινῆς [σ.σ. ἐνν. Ὀρθόδοξης] πίστης;» (σχόλιο στήν παράγρ. 48)43.

«Φυσικά στήν παράγραφο αὐτή εἶναι [σ.σ. γίνεται] δεκτή ὁρολογία ἐκκλησία καί ἐκκλησίες, κάτι πού ἀπό ὀρθόδοξη ἄποψη δέχεται ἀρνητική κριτική... Σύμφωνα μέ τήν κριτική αὐτή, διαφορετικότητα στήν πίστη σημαίνει καί ἔλλειψη κοινωνίας μέ σωτηριολογικό περιεχόμενο» (σχόλιο στήν παράγρ. 58)44.

Ἔχοντας κανείς ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά, διερωτᾶται: Ἡ ἐπί δεκαετίες Οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν ἀκρόασις τῆς φωνῆς τῆς Ὀρθοδοξίας στό Π.Σ.Ε., – ἀλλά καί ἐπί αἰῶνες ἐνωρίτερα, ἐάν ὑπολογισθοῦν οἱ ἐπαφές ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄– ὅτι αὐτή μόνη ἀποτελεῖ τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί ἡ ἀπροθυμία ἀποδοχῆς της ἀπό τούς Προτεστάντες, δέν σημαίνουν ὅτι οἱ προτεσταντικές Ὁμολογίες κινοῦνται σέ ἕνα ἀδιέξοδο κύκλο οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν καί συζητήσεων στό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε;

Ἴσως προβληθῇ ἔνστασις ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀδιέξοδο κύκλο, ἐάν ληφθοῦν ὑπὄψιν τά θετικά ἀποτελέσματα ἀπό τήν συμβολή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε., τά ὁποῖα ἀπαρίθμησε πρώην Γεν. Γραμματεύς του δρ. Raiser τό 2003 σέ συνέδριο στήν Θεσ/νίκη45, καί ὡρισμένα ἄλλα πού ἀναφέρθηκαν στό ἴδιο συνέδριο46. Ὅμως, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι συζητήσιμο πόσο Ὀρθόδοξη ἦταν συμβολή αὐτή τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι καταλυτική παρατήρησις τοῦ ἐπισκόπου Ἱλαρίωνος Ἀλφέγιεφ, ὅτι «ἡ πρόσφατη φιλελευθεροποίηση τῆς διδασκαλίας καί τῆς πρακτικῆς σέ πολλές προτεσταντικές ἐκκλησίες, τίς ἀποξένωσε ἀπό τούς ὀρθοδόξους πολύ περισσότερο ἀπό ὅλη τήν προηγούμενη προτεσταντική παράδοση... Αὐτό, ἰσχυρίζομαι, ἀποτέλεσε ἕνα πολύ σοβαρό πλῆγμα γιά ὅλη τήν οἰκουμενική κίνηση καί βέβαια τόν διάλογο ὀρθοδόξων-προτεσταντῶν»47. ἐπίσκοπος Ἱλαρίων ἀναφέρεται στήν χρῆσι τῆς «περιεκτικῆς γλώσσας», στήν χειροτονία γυναικῶν καί στήν ἀποδοχή τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἀπό πολλές προτεσταντικές ἐκκλησίες, τά ὁποῖα εἶναι πρόσφατοι καρποί τῆς παλαιᾶς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς ρίζας.

Ἀλλά καί ἐάν ἐπιπλέον ὑποστηριχθῇ ὅτι δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεσις νά ἀπαγκιστρωθοῦν οἱ Προτεστάνται ἀπό τά δεσμά τοῦ παρελθόντος τωνκαί ὁμολογουμένως δέν εἶναι, γιατί πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά συντηροῦμε τόν ἀδιέξοδο κύκλο ἀποφεύγοντας νά ποῦμε τά πράγματα ὡς ἔχουν; Μέ ἐνδιαφέρον περιμένουμε ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἀντιπροσώπους στό Π.Σ.Ε. μία ἐκκλησιολογικῶς ὀρθή ἀπάντησι στό ἐρώτημα τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς», πού διατυπώθηκε μέ τίς ἑξῆς λέξεις: «Ὑπάρχει χῶρος γιά τίς ἄλλες ἐκκλησίες στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία; Πῶς περιγράφετε αὐτόν τόν χῶρο καί ποιά εἶναι τά ὅριά του;» Ἀπό τήν ἀπάντησι στό ἐρώτημα αὐτό καί ἀπό τήν ἀνταπόκρισι τοῦ Π.Σ.Ε. σέ αὐτήν θά ἀποκαλυφθῇ, ἄν Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία πρυτανεύσῃ στό Π.Σ.Ε. ἄν συνεχισθῇ παροῦσα κατάστασις.

2. Τό Βάπτισμα.

Οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν τό Βάπτισμα ὡς συστατικό στοιχεῖο τῆς ταυτότητός τους ὡς ἐκκλησιῶν καί μάλιστα τό θεωροῦν κριτήριο γιά τήν εἰσδοχή μιᾶς χριστιανικῆς κοινότητος στό Π.Σ.Ε. μέ τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους. Ἐν τούτοις ὡρισμένες περί Βαπτίσματος ἀντιλήψεις φανερώνουν ὅτι τό θεμελιῶδες αὐτό χριστιανικό Μυστήριο κατανοεῖται στούς κόλπους τοῦ Π.Σ.Ε. μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογίας καί βαπτισματικῆς πράξεως:

«Ὅλοι ὅσοι ἔχουν βαπτισθῆ ἐν Χριστῷ εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό στό Σῶμα Του: “συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν” (Ρωμ. 6, 4). Στό Βάπτισμα τό Πνεῦμα προσφέρει στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τήν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Τό Βάπτισμα πού ἑνώνει μέ τόν Χριστό καλεῖ τίς ἐκκλησίες νά εἶναι ἀνοικτές καί τίμιες μεταξύ τους, ἀκόμη καί ὅταν αὐτό εἶναι δύσκολο: “ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, Χριστός” (Ἐφ. 4, 15). Τό Βάπτισμα προσφέρει στίς ἐκκλησίες τήν ἐλευθερία καί ἐν ταυτῷ τήν εὐθύνη νά προχωρήσουν πρός μία κοινή μαρτυρία τοῦ Λόγου, ὁμολογία τῆς μιᾶς Πίστεως, λειτουργία τῆς μιᾶς Εὐχαριστίας καί πλήρη μετοχή στήν μία ἱερατική διακονία. Ὑπάρχουν κάποιοι πού δέν ἀναγνωρίζουν τόν τύπο τοῦ Βαπτίσματος στό ὕδωρ, ἀλλά μετέχουν τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Τό ὅτι ὅλοι μας ἀνήκουμε στόν Χριστό διά τοῦ Βαπτίσματος εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθιστᾶ ἱκανές καί καλεῖ τίς ἐκκλησίες νά συμπορεύωνται, ἔστω καί ἄν εὑρίσκωνται σέ ἀσυμφωνία. Βεβαιώνουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα Βάπτισμα, ὅπως ἀκριβῶς ὑπάρχει ἕνα σῶμα καί ἕνα Πνεῦμα, μία ἐλπίδα τῆς κλήσεώς μας, ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνας Θεός καί Πατήρ ὅλων μας (πρβλ. Ἐφ. 4, 4-6). Ἐν τῇ Χάριτι τοῦ Θεοῦ τό Βάπτισμα φανερώνει τήν πραγματικότητα ὅτι ἀνήκουμε εἰς ἀλλήλους, παρότι μερικές ἐκκλησίες δέν μποροῦν νά ἀναγνωρίσουν τούς ἄλλους ὡς Ἐκκλησία μέ τήν πλήρη σημασία τοῦ ὅρου. Ξαναθυμίζουμε τήν διακήρυξι τοῦ Τορόντο, στήν ὁποία οἱ ἐκκλησίες-μέλη βεβαιώνουν ὅτιτό νά εἶναι κανείς μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι κάτι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά εἶναι μέλος τῆς ἴδιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ὁμάδος. Ἀναζητοῦν λοιπόν νά ἔλθουν σέ ζωντανή ἐπικοινωνία μέ ἐκείνους πού ἔξω ἀπό τίς δικές τους τάξεις ὁμολογοῦν τόν Ἰησοῦ ὡς Κύριο»48.

Εἶναι ἀπό τά ἀνωτέρω προφανές ὅτι οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀλληλοαναγνωρίζουν τό ποικιλοτρόπως γινόμενο Βάπτισμά τους, γεγονός πού προσκρούει στήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό Βάπτισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα καί τελεῖται μόνο ἀπό αὐτήν μέ τόν συγκεκριμμένο τύπο τῆς τριπλῆς καταδύσεως στό ὕδωρ, στό ὄνομα καί μέ τήν ὀρθή θεολογία τῶν θεαρχικῶν Ὑποστάσεων, καθώς καί μέ τό θεολογικό περιεχόμενο τῆς συνταφῆς καί τῆς συναναστάσεως ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Χριστοῦ στήν νέα ζωή τῆς Χάριτος. Βαπτίσματα πού τελοῦνται ἐκτός Ἐκκλησίας χωρίς αὐτές τίς προϋποθέσεις, δέν εἰσάγουν στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἠ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τό Βάπτισμα (ὅπως καί τά λοιπά Μυστήρια) τῶν ἑτεροδόξων, ἐνόσῳ αὐτοί δέν ἐπέστρεφαν στήν κοινωνία της ἀποκηρύσσοντας τήν ἑτεροδοξία τους. Ὁσάκις ὅμως ἐπέστρεφαν στήν κοινωνία της ὡς τῆς μόνης Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀποβάλλοντες διά λιβέλλου τήν ἑτεροδοξία τους καί ὁμολογοῦντες τήν Ὀρθόδοξο Πίστι, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τούς εἰσῆγε στήν πλήρη μυστηριακή κοινωνία της ἄλλοτε ἐξ ὑπαρχῆς διά Βαπτίσεως καί ἄλλοτε διά Χρίσματος (7ος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς καί 95ος τῆς Πενθέκτης).

Οἱ ὑποχρεώσεις γιά τίς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., πού πηγάζουν ἀπό τήν ἀλληλοαναγνώρισι τῶν προτεσταντικῶν Βαπτισμάτων, δηλαδή τό «νά προχωρήσουν πρός μία κοινή μαρτυρία γιά τόν Λόγο, πρός ὁμολογία τῆς μιᾶς Πίστεως, λειτουργία τῆς μιᾶς Εὐχαριστίας καί πλήρη μετοχή στήν μία ἱερατική διακονία», δέν εἶναι ἀποδεκτές ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς. Δέν εἶναι σέ θέσι οἱ ἐκκλησίες αὐτές νά δώσουν μαρτυρία τῆς μιᾶς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας καί νά τελέσουν τήν μία Εὐχαριστία, ἄν δέν προχωρήσουν πρῶτα σέ πλήρη δογματική καί μυστηριακή ἑνότητα μέ τήν Ὀρθόδοξο Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν δεχόμεθα ὅτι «ἀνήκουμε εἰς ἀλλήλους» μέ ὅσους τελοῦν ἁπλῶς ἕναχριστιανικόΒάπτισμα. Πολύ περισσότερο αὐτό ἰσχύει γιά ἐκείνους πού «δέν ἀναγνωρίζουν τόν τύπο τοῦ Βαπτίσματος στό ὕδωρ, ἀλλά μετέχουν τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», δηλαδή γιά τίς νεο-χαρισματικές προτεσταντικές ὁμάδες πού μετέχουν στό Π.Σ.Ε (π.χ. Πεντηκοστιανοί).

Βαπτισματική θεολογία πού ὑποστηρίχθηκε μέ τό κείμενο Β.Ε.Μ. (Βάπτισμα, Εὐχαριστία. Ἱερωσύνη) στήν Λίμα τό 1982, δυστυχῶς ἔχει ἐπηρεάσει πολυτρόπως τούς Ὀρθοδόξους θεολόγους. Ἕνα διορθόδοξο Συμπόσιο στήν Βοστώνη θεωρεῖ «τό Β.Ε.Μ. ὡς ἀξιόλογο οἰκουμενικό κείμενο δογματικῆς σύγκλισης. Πρέπει, ἑπομένως, νά συστηθεῖ ἰδιαιτέρως γιά τή σοβαρή προσπάθειά του νά φέρει στό φῶς καί νά ἐκφράσει σήμερατήν πίστη τῆς ἐκκλησίας διά μέσου τῶν αἰώνων»49. Σέ αὐτό ἐπίσης παραπέμπουν μεταξύ ἄλλων καταστατικῶν ἀρχῶν οἱ συντάκται τῆς «Τελικῆς Ἐκθέσεως τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» (παράγρ. 19). Σύμφωνα μέ σχόλιο Ὀρθοδόξου θεολόγου στίς ἀποφάσεις τῆς Θ΄ Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.50 σημαντική εἶναι «σύνδεση τῆς ἐπιδιωκόμενης συγκλίσεως τῶν ἐκκλησιολογιῶν τῶν Ἐκκλησιῶν-μελῶν μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος». Ὅμως ἐκκλησιολογική σύγκλισις (δηλαδή μέ ἄλλα λόγια ἀλληλοαναγνώρισις ὡς ἐκκλησιῶν) τόσο ἑτερόκλητων δογματικῶς χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί παραφυάδων βάσει τοῦ γεγονότος ὅτι ὅλες τελοῦν ἕνα τυχόν εἶδος Βαπτίσματος, δέν βρίσκει ἔρεισμα στήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, καθώς τό Βάπτισμα τῶν ἑτεροδόξων δέν προϋποθέτει τήν Ὀρθόδοξο Πίστι. Μέγας Βασίλειος (ἐπιστολή 125) λέγει: «δεῖ γὰρ ἡμᾶς βαπτίζεσθαι μὲν ὡς παρελάβομεν, πιστεύειν δὲ ὡς βαπτιζόμεθα, δοξάζειν δέ, ὡς πεπιστεύκαμεν, Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφίστασθαι δὲ τῆς κοινωνίας τῶν κτίσμα λεγόντων ὡς φανερῶς βλασφημούντων», καί δέν ἀφήνει περιθώρια γιά ἐκκλησιολογική σύγκλισι μέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν κοινή δογματική διδασκαλία.

Εἶναι χαρακτηριστική εἰκόνα, πού δίνει τό Τμῆμα «Πίστις καί Τάξις» μέ τό κείμενο ἐργασίας «Ἡ φύσις καί σκοπός τῆς Ἐκκλησίας» (Nature and Purpose of the Church), παράγρ. 75-77, γύρω ἀπό τίς διαφορές περί τό Βάπτισμα πού πρέπει νά γεφυρωθοῦν στήν προοπτική τῆς ὁρατῆς ἑνότητος τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε.: «Παραμένουν διαφορές μεταξύ μερικῶν χριστιανικῶν παραδόσεων σχετικά μέ:

      • τήν μυστηριακή φύση τοῦ βαπτίσματος

      • τή σχέση τοῦ βαπτίσματος μέ τήν πίστη

      • τή δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

      • τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας

      • τό νηπιοβαπτισμό καί τό βάπτισμα ὅσων μποροῦν νά μιλήσουν γιά τόν ἑαυτό τους

      • τό βαπτισματικό τύπο

      • τόν τρόπο βαπτίσματος.

Ὑπάρχουν κοινότητεςχριστιανοί πού δέν τελοῦν τήν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματος, κι ὅμως μετέχουν στήν πνευματική ἐμπειρία τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ [σ.σ. ἐννοοῦνται οἱ Πεντηκοστιανοί]»51.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὅμως δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσῃ τό Βάπτισμα ἄλλων Χριστιανῶν πού παραμένουν στίς ἑτεροδοξίες τους· οὔτε νά παρακάμψῃ τίς ἀνωτέρω διαφορές μέ τίς προτεσταντικές ἐκκλησίες, γιά νά δικαιολογήσῃ μία ἐπίπλαστη ἑνότητα μαζί τους. Πολύ περισσότερο αὐτό ἀφορᾶ τούς Πεντηκοστιανούς πού δέν ἔχουν καθόλου βαπτισθῆ σέ νερό.

3. ἱεραποστολή.

Σύμφυτη μέ τήν Ἐκκλησία θεωρεῖται ἀπό τίς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. καί Ἱεραποστολή. Στό ἐκκλησιολογικό κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», πού ἀποδέχθηκε Θ΄ Γεν. Συνέλευσις τοῦ Π.Σ.Ε., σημειώνεται:

«Ἡ Ἱεραποστολή εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησία μέ τήν Ἱεραποστολή της ἐκφράζει τήν κλῆσι της νά κηρύττῃ τό Εὐαγγέλιο καί νά προσφέρῃ τόν ζῶντα Χριστό σέ ὁλόκληρη τήν κτίσι. Οἱ ἐκκλησίες βρίσκονται ἐνεργά δίπλα σέ ἀνθρώπους ἄλλων ζωντανῶν θρησκειῶν καί ἰδεολογιῶν. Ὡς ὄργανο τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ Ἐκκλησία καλεῖται νά ἀναπτύξῃ διάλογο καί συνεργασία μέ αὐτούς, ἔτσι ὥστε ἱεραποστολή της νά ἐπιφέρῃ τό ἀγαθό ὅλων τῶν δημιουργημάτων καί τήν εὐημερία τῆς γῆς. Ὅλες οἱ ἐκκλησίες καλοῦνται νά ἀγωνισθοῦν κατά τῆς ἁμαρτίας σέ ὅλες της τίς ἐκδηλώσεις, μέσα στόν δικό τους χῶρο καί ἔξω ἀπό αὐτόν, καί νά ἐργασθοῦν μαζί μέ ἄλλους γιά νά καταπολεμήσουν τήν ἀδικία, νά ἀνακουφίσουν τόν ἀνθρώπινο πόνο, νά ὑπερνικήσουν τήν βία καί νά ἐξασφαλίσουν πληρότητα ζωῆς σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους»52.

Ἡ ἰδιαιτερότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς ὀφείλεται στήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι αὐτή μόνη κατέχει καί αὐτή μόνη μπορεῖ νά κηρύξῃ τό αὐθεντικό εὐαγγελικό μήνυμα στόν κόσμο. Ἡ ἱεραποστολική δραστηριότης τῶν προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμάδων φαίνεται στά μάτια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνεπαρκής νά δώσῃ στόν κόσμο τόν ὅλο Χριστό, ἐπειδή καί ἡ δογματική διδασκαλία τῶν Προτεσταντῶν καί ἡ πολυδιάσπασίς των δέν μαρτυροῦν τόν Χριστό τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά τόν ὑποκειμενικό Χριστό τῆς ἑκάστοτε προτεσταντικῆς παραφυάδος. Ἔτσι δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νά συμφωνήσῃ σέ μία κοινή ἱεραποστολική δραστηριότητα. Πολλῷ μᾶλλον πού μέχρι σήμερα ὁ προσηλυτισμός στίς μητροπολιτικές Ὀρθόδοξες χῶρες καί στόν χῶρο τῆς ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς δέν ἔχει παύσει.

4. στόχος τῆς ὁρατῆς ἑνότητος.

Ὁ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Π.Σ.Ε. ὁρίζει καί ἡ Θ΄ Γεν. Συνέλευσις ἐπαναβεβαιώνει ὅτι,

«Ὁ πρωταρχικός σκοπός τῆς κοινωνίας τῶν ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν εἶναι νά καλοῦν μία τήν ἄλλη πρός ὁρατή ἑνότητα στήν μία πίστι καί στήν μετοχή στήν μία Εὐχαριστία ἐκπεφρασμένη στήν λατρεία καί τήν κοινή ἐν Χριστῷ ζωή, διά τῆς μαρτυρίας καί τῆς διακονίας στόν κόσμο, καί νά προωθοῦν αὐτή τήν ἑνότητα γιά νά πιστεύσῃ κόσμος»53.

ὑποχρέωσις τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. νά προωθήσουν τήν πορεία τους πρός τήν ὁρατή ἑνότητα, περιγράφεται στό ἀκόλουθο ἀπόσπασμα ἀπό τό κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church»:

«Οἱ ἐκκλησίες πού μετέχουν στό Π.Σ.Ε. παραμένουν δεσμευμένες μία πρός τήν ἄλλη νά βαδίσουν πρός τήν πλήρη ὁρατή ἑνότητα. Αὐτή δέσμευσις εἶναι δῶρο τοῦ παναγάθου Κυρίου μας. ἑνότης εἶναι θεῖο δῶρο καί κλῆσις. Οἱ ἐκκλησίες μας ἔχουν βεβαιώσει ὅτι ἑνότης, γιά τήν ὁποία προσευχόμεθα, ἐλπίζουμε καί ἐργαζόμεθα, εἶναιμία κοινωνία δεδομένη καί ἐκπεφρασμένη ἐν τῇ κοινῇ ὁμολογίᾳ τῆς ἀποστολικῆς πίστεως· μία κοινή μυστηριακή ζωή πού ἀρχίζει μέ τό ἕνα Βάπτισμα καί ἱερουργεῖται ὁμοῦ στήν μία εὐχαριστιακή κοινότητα· μία κοινή ζωή, στήν ὁποία τά μέλη καί τά ἱερατεῖα ἀμοιβαίως ἀναγνωρίζονται καί καταλλάσσονται· καί μία κοινή ἀποστολή μαρτυρίας τοῦ εὐαγγελίου τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί διακονίας ὅλης τῆς κτίσεως[The Camberra Statement, 3.2]. Μία τέτοια κοινωνία πρέπει νά ἐκφράζεται σέ κάθε τόπο, καί μέσῳ σχέσεων καταλλαγῆς μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν σέ διαφόρους τόπους. Ἔχουμε ἀκόμη πολλή δουλειά καθώς μαζί ζητοῦμε νά κατανοήσουμε τήν σημασία τῆς ἑνότητος καί τῆς καθολικότητος, καί πόσο σημαντικό εἶναι τό Βάπτισμα»54.

Ἡ προτεσταντική σύγχυσις εἶναι προφανής. Ἡ ἑνότης τῶν «ὁρατῶν» ἐκκλησιῶν-μελῶν εἶναι ταυτοχρόνως δεδομένη καί ἀναζητουμένη. Δεδομένη στήν «ἀόρατη» Ἐκκλησία διά τοῦ ἀλληλοαναγνωριζομένου Βαπτίσματος καί ἀναζητουμένη πάλι σέ μία προσπάθεια ὁρατῆς πραγματώσεως τῆς «ἀόρατης» Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά θεολογική σχιζοφρένεια. Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ προτεσταντικές ἐκκλησίες βρίσκουν στό κείμενο αὐτό τόν ἑαυτό τους. Ἐμεῖς ὅμως ὄχι. Οἱ Ὀρθόδοξοι κατέχουμε ὡς δῶρον Θεοῦ ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι αὐτή ἡ ἑνότης καί κοινωνία. Ἀγωνιζόμαστε μόνο νά τήν διατηροῦμε καί νά αὐξάνουμε σέ αὐτήν. Δέν χρειάζεται νά συντάσσουμε τούς ἑαυτούς μας στήν προτεσταντική θεολογική σχιζοφρένεια προσυπογράφοντας τέτοια κείμενα. Οἱ πολυδιῃρημένες προτεσταντικές ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες στεροῦνται τό πλήρωμα τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως, δικαίως ἀναζητοῦν τήν ἑνότητά τους στήν μελλοντική κοινή ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως, στήν μελλοντική τέλεσι τῆς μιᾶς Εὐχαριστίας καί στήν μελλοντική κοινή ἱεραποστολική μαρτυρία. Διότι πρός τό παρόν τό μόνο κοινό τους εἶναι ἡ ἐπιθυμία γιά ὁρατή ἑνότητα. Ἀλλά αὐτή ἡ ἑνότης ἤδη ὑπάρχει στήν συγκεκριμένη, ἱστορική, ὁρατή, Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Εἶναι τόσο δύσκολο νά γίνῃ αὐτό κατανοητό, ὥστε νά σταματήσουν οἱ Προτεστάνται νά πορεύωνται ἀπό τήν μία διάσπασι στήν ἄλλη καί ἀπό τό ἕνα ἀντιευαγγελικό ἦθος στό ἑπόμενο, καί νά ἀναζητοῦν τήν ἑνότητά τους μέσα σέ αὐτή τήν πολυ-διαφορετικότητά τους;

5. ὁμολογιακήκαί διομολογιακήκοινή προσευχή.

Μία ἀκόμη ἔνδειξις ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν προσανατολίζεται πρός τήν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι καί οἱ προτάσεις τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» γιά “ὁμολογιακή κοινή προσευχή” καί “διομολογιακή κοινή προσευχή” πού υἱοθετήθηκαν ἀπό τήν Θ΄ Συνέλευσι. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Προτείνεται μία σαφής διάκρισις μεταξύὁμολογιακῆςκαίδιομολογιακῆςκοινῆς προσευχῆς στίς συγκεντρώσεις τοῦ Π.Σ.Ε.Ὁμολογιακή κοινή προσευχήεἶναι προσευχή μιᾶς ὁμολογίας, μιᾶς κοινότητος μιᾶς ὁμάδος μέσα στήν ὁμολογία. ἐκκλησιακός της χαρακτήρας εἶναι σαφής. Προσφέρεται ὡς δῶρο στήν συναθροισμένη κοινότητα ἀπό μιά ἰδιαίτερη ἀντιπροσωπεία ἐξ αὐτῶν, καθώς μάλιστα τούς καλεῖ νά μποῦν στό πνεῦμα τῆς προσευχῆς. Ἐπιτελεῖται καί ἔχει προεστῶτα σύμφωνα μέ τόν τρόπο πού τήν κατανοεῖ καί τήν τελεῖ [συγκεκριμένη] ἐκκλησία. «διομολογιακή κοινή προσευχή» συνήθως προετοιμάζεται γιά εἰδικά οἰκουμενικά γεγονότα. Ἀποτελεῖ μία εὐκαιρία γιά μιά κοινή τελετή, χρησιμοποιώντας στοιχεῖα ἀπό τόν πλοῦτο μιᾶς ποικιλίας παραδόσεων. Μία τέτοια προσευχή ἔχει τίς ρίζες της στήν μέχρι τώρα ἐμπειρία τῆς οἰκουμενικῆς κοινότητος, καθώς καί σαὐτό πού κερδίζουν οἱ ἐκκλησίες ἀπό τήν μεταξύ τους ἀνταλλαγή ἐμπειριῶν. Πάντως δέν ἀξιώνει νά γίνῃ λατρεία μιᾶς δεδομένης ἐκκλησίας-μέλους ἑνός εἴδους ὑβριδικῆς ἐκκλησίας μιᾶς ὑπερ-ἐκκλησίας. Ὅταν κατανοηθῇ καί ἐφαρμοσθῇ κατάλληλα, διάκρισις αὐτή μπορεῖ νά καταστήσῃ ἐλεύθερες τίς παραδόσεις νά ἐκφρασθοῦν εἴτε μέ πιστότητα στήν ἰδιαιτερότητά τους εἴτε συνδυάζοντας παραδόσεις, ἐφὅσον εἶναι ἀληθές ὅτι οἱ Χριστιανοί δέν βιώνουν ἀκόμη τήν πλήρη ἑνότητά τους καί ὅτι τά οἰκουμενικά σώματα στά ὁποῖα μετέχουν δέν ἀποτελοῦν ἐκκλησίες»55.

Καί ἐπίσης,

«Σύμφωνα μέ τήν διάκρισι ὁμολογιακῆς καί διομολογιακῆς κοινῆς προσευχῆς, μπορεῖ νά τελοῦνται ὁμολογιακές Εὐχαριστιακές συνάξεις κατά τίς Γεν. Συνελεύσεις ἄλλες μεγάλης σημασίας εὐκαιρίες. ἐκκλησία πού θά τελεῖ τήν Εὐχαριστία [hosting church] (ἤ οἱ ἐκκλησίες πού μποροῦν νά τήν τελοῦν ἀπό κοινοῦ) πρέπει νά δίνουν σαφῆ τήν ταυτότητά τους»56.

Τό ὅλο πλαίσιο αὐτῆς τῆς προτάσεως (περισσότερες ἀπό 20 σελίδες κειμένου) φανερώνει μία ὁμολογουμένως εὐγενεστάτη διευθέτησι τοῦ προβλήματος τῆς κοινῆς προσευχῆς, ὥστε νά ἀποφεύγεται δυσφορία ἀπό τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τίς ὁποῖες πολλοί στό Π.Σ.Ε. δέν συμφωνοῦν. Εἶναι ἐν τούτοις χαρακτηριστική ἐπιμονή τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» στήν κοινή προσευχή παρά τά πολλά προβλήματα πού δημιουργεῖ. Ἀναγνωρίζει μέν τήν σημασία τοῦ κανόνος lex orandilex credendi, τήν σημασία τῆς κοινῆς πίστεως στήν κοινή προσευχή, ἀλλά παρά ταῦτα θεωρεῖ ὅτι αὐτοί οἱ παράγοντες «δέν μειώνουν τήν ἀνάγκη τέτοιας [κοινῆς] προσευχῆς, οὔτε τήν καθιστοῦν ἀδύνατη» (Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς..., Παράρτημα Α, παράγρ. 13-14)57. Προφανῶς στό ὅραμα τοῦ Π.Σ.Ε. προέχουσα θέσι ἔχει κοινή πορεία τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν (τό stay together), καί αὐτήν καλεῖται νά ὑπηρετήσῃ καί κοινή προσευχή. «Ἡ δυνατότης νά προσευχόμαστε ἀπό κοινοῦ σέ οἰκουμενικές συγκεντρώσεις εἶναι ἐπίσης μία νέα πρόκλησις μέ συγκεκριμένη καί ἰδιαίτερη ἀποστολή νά συνδράμῃ καί ἐνισχύσῃ τούς Χριστιανούς στήν πορεία τους πρός τήν ἑνότητα» (ἔνθ' ἀνωτ., παράγρ. 37)58, λέγουν οἱ συντάκται τῆς «Τελικῆς Ἐκθέσεως τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...» καί βεβαιώνουν γιά τά ἀγαθά ἀποτελέσματα τῆς πολυετοῦς ἀσκήσεως τῆς κοινῆς προσευχῆς (ἔνθ' ἀνωτ., παράγρ. 39)59.

Γιά τό Π.Σ.Ε. λοιπόν κοινή προσευχήεἶναι πηγή ζωῆς. Εἴτε ὁμολογιακή, εἴτε διομολογιακή, πάντως νά εἶναι κοινή προσευχή, ἐπειδή αὐτό ἐκπηγάζει ἀπό τήν ἐκκλησιολογία τῶν προτεσταντῶν-μελῶν του. Γιά τούς Ὀρθοδόξους ὅμως τό ζήτημα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικό, ἐπειδή εἶναι διαφορετική καί ἐκκλησιολογία μας. συμπροσευχή ἀπαγορεύεται ρητῶς ὑπό τῶν ἱερῶν Κανόνων. Ὡρισμένοι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι σχετικοποιοῦν τήν σημασία τῶν Κανόνων αὐτῶν τούς παραθεωροῦν, ὡσάν νά εἶναι γραμμένοι γιά ἄλλες ἐποχές ὡσάν νά μή διαπνέωνται ἀπό ἀγάπη. Ἄλλοι πάλι τούς παρερμηνεύουν, ὅτι δῆθεν ἀπαγορεύουν μόνο τήν εὐχαριστιακή συμπροσευχή. Ὅλοι ὅμως συμφωνοῦν στήν ποιμαντική διάστασι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὅτι δηλαδή ἀποσκοποῦν στήν διαφύλαξι καθαρῆς τῆς δογματικῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας60.

Αὐτή ἡ τελευταία ὅμως, ἡ ποιμαντική διάστασις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δίνει νόημα καί στήν ἐφαρμογή τους τόσο στήν ἐποχή πού γράφθηκαν ὅσο καί σήμερα. Κανείς μας δέν προσφεύγει στούς ἱερούς αὐτούς Κανόνας, ἄν δέν βλέπῃ νά κινδυνεύῃ ἡ δογματική συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάποια αἱρετική ἐκκλησιολογία. Καί σήμερα, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἡ δογματική συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας κινδυνεύει νά ἀλλοιωθῇ ἀπό τήν ἐκκλησιολογία πού καλλιεργεῖται στό Π.Σ.Ε. Ἡ συμπροσευχές εἶναι ἕνα μόνο σημεῖο ἐκκλησιολογικῆς ἀλλοιώσεως. Ὅσοι νομίζουν ὅτι ἐπικαλούμεθα τήν ἰσχύ τῶν συγκεκριμένων ἱερῶν Κανόνων ἀπό συντηρητισμό ἤ φονταμενταλισμό, σφάλλουν. Ἀγνοοῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία προέβαλλε τέτοιους Κανόνες, ὁσάκις ἔβλεπε ἀλλοιουμένη τήν ἐκκλησιολογική συνείδησι τῶν μελῶν της. Σήμερα ὑπάρχει ἀνάγκη νά τονισθοῦν οἱ ὑπάρχοντες σχετικοί Κανόνες καί, ἄν χρειασθῇ, νά δημιουργηθοῦν νεώτεροι μέ τό ἴδιο πνεῦμα, γιά τόν ἴδιο σκοπό καί μέ εἰδική ἀναφορά στό Π.Σ.Ε.

Δέν εἶναι ὑπερβολή τά λεγόμενα. Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, τά μισά ἀπό τά μέλη τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς», προτείνουν διευθετήσεις στό πρόβλημα τῶν κοινῶν προσευχῶν στό Π.Σ.Ε. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο λάθος. Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία δέν προβλέπει κοινές προσευχές, προβλέπει μόνο Κανόνες πού ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές γιά τόν λόγο πού προαναφέρθηκε. Ἐάν οἱ θεολόγοι τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» ἤθελαν νά εἶναι συνεπεῖς μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία, ἔπρεπε νά θέσουν ὡς ἀδιαπραγμάτευτο ὅρο περαιτέρω συμμετοχῆς στό Π.Σ.Ε. τήν κατάργησι τῶν κοινῶν προσευχῶν, ἐπειδή ἀκριβῶς οἱ κοινές προσευχές στό Π.Σ.Ε. ἔχουν τήν ἀποκλειστική ἔννοια νά προαγάγουν τήν ὁρατή ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν του μέ προτεσταντικές ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Ἐπειδή αὐτή εἶναι αἰτία, γιά τήν ὁποία ἐπικαλούμεθα τήν τήρησι τῶν ἱερῶν Κανόνων στήν προκειμένη περίπτωσι, ἐπίκλησις τοῦ γεγονότος ὅτι ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός συμμετεῖχε στήν ἐναρκτήρια τελετήπροσευχή στήν Φερράρα ἀναφορά στήν συμμετοχή ἑτεροδόξων τοῦ 12ου αἰῶνος στίς Ὀρθόδοξες λειτουργικές συνάξεις στούς Ἁγίους Τόπους, στό Σινᾶ ἀλλοῦ61, δέν προσφέρονται γιά νά ὑπερασπίσουν τήν σημερινή πρακτική τῶν συμπροσευχῶν. ἅγιος Μάρκος μετέσχε τῆς ἐναρκτηρίου προσευχῆς62, ὄχι ὅμως γιά νά προαγάγῃ τήν ἑνότητα ὑπό παπικές προϋποθέσεις. Ἀπόδειξις τούτου σθεναρός του ἀγώνας, ἀποχώρησίς του κατόπιν ἀπό τόν διάλογο, καί ἐν τέλει ἀπουσία του ἀπό τό συλλείτουργο μέ τόν Πάπα, ὁπότε οἱ Ὀρθόδοξοι ὑποχώρησαν σέ ὅλες τίς παπικές ἀπαιτήσεις καί ὑπέγραψαν τόν ταπεινωτικό Ὅρο τῆς Συνόδου63. Ἐπίσης οἱ προσκυνηταί τῶν Ἁγίων Τόπων δέν ἐκινοῦντο ἀπό διάθεσι προβολῆς μιᾶς αἱρετικῆς ἐκκλησιολογίας, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἀπάντησι τοῦ Πατριάρχου Γενναδίου. Στό Π.Σ.Ε. ὅμως προβάλλεταιὅπως ἀποδεικνύουν τά γεγονότα καί τά κείμενα προτεσταντική ἐκκλησιολογία.

Τό δεύτερο λάθος εἶναι ἐπιβεβαίωσις τοῦἐκκλησιακοῦ χαρακτῆροςτῶν προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν. Ἐφὅσον οἱ κοινές προσευχές γίνονται ἐκ προοιμίου ἀποδεκτές, οἱ Ὀρθόδοξοι ὀφείλουν νά μετάσχουν στήνὁμολογιακή κοινήπροσευχή λειτουργία κάποιας ἐκ τῶν ποικίλων προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν, στήν ὁποία εἶναι μάλιστα προσκεκλημένοι. Μία τέτοια συμμετοχή σαφῶς καί κατηγορηματικῶς δέν σημαίνει μετοχή σέ κοινό Ποτήριο, εἶναι ὅμως ἐπιβεβαίωσις ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων τοῦἐκκλησιακοῦ χαρακτῆροςτῆς συγκεκριμένης Ὁμολογίας.

Τό τρίτο λάθος εἶναι θεσμοθέτησις (ἄν καί μέ δυνατότητα βεβαίως ἀναθεωρήσεως στό μέλλον)ὁμολογιακῶν κοινῶνπροσευχῶν λειτουργιῶν, στίς ὁποῖες θά προΐσταται τό πρόσωπο πού καθορίζεται ἀπό τά θέσμια τῆς συγκεκριμένης Ὁμολογίας (βλ. «Τελική Ἔκθεσι τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...», παράγρ. 42). Ἐδῶ πρόκειται γιά ἐπιβεβαίωσι τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν, ἐνδεχομένως καί ὁμοφυλοφίλων. «Τελική Ἔκθεσις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς...» (Παράρτημα Α, παράγρ. 30) ὁρίζει χωρίς περιστροφές: «Ὅταν κοινή προσευχή προσφέρεται ἀπό συγκεκριμένη ὁμολογία, πρακτική αὐτῆς τῆς ὁμολογίας, ἀναφορικά μέ τήν ἡγεσία τῶν γυναικῶν, θά πρέπει νά ἰσχύει κανονικά. Γιά τήν διομολογιακή κοινή προσευχή, καλό θά εἶναι νά υἱοθετεῖται ἕνα εἶδος ἀποκεντρωμένης ἡγεσίας καί ἰσότητας στήν συμμετοχή, πού θά ἐπιτρέπει σέ ὅλους τούς συμμετέχοντες, ἄνδρες γυναῖκες, κληρικούς λαϊκούς, νά διαδραματίσουν ὁποιοδήποτε ρόλο»64.

Ἤδη ἀνοίγει τό κουτί τῆς Πανδώρας, ὅπως εὐφυῶς παρετήρησε ἐπίσκοπος Ἱλαρίων Ἀλφέγιεφ λέγοντας: «Ἡ Εἰδική Ἐπιτροπή ὁλοκλήρωσε τίς ἐργασίες της καί ἔλυσε πολλά προβλήματα, τά ὁποῖα, γιά τίς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ἀποτελοῦσαν ἐμπόδια γιά τή συμμετοχή τους ὡς μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλες οἱ δυσκολίες εἶναι τώρα πιά πίσω μας; Ἐπιπλέον, ποιά θά εἶναι τά συνεπακόλουθα τῶν συμπερασμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν ὀρθόδοξη συμμετοχή στήν εὐρύτερη οἰκουμενική κίνηση; Πρίν ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο, θέλω νά δώσω ἔμφαση στό γεγονός ὅτι Ἐπιτροπή σκόπιμα περιορίσθηκε στή συζήτηση ἐκείνων τῶν θεμάτων πού σχετίζονται ἄμεσα μέ τίς σχέσεις ὀρθοδόξωνπροτεσταντῶν μέσα στό Π.Σ.Ε. ἐντολή της δέν περιελάμβανε συζήτηση τοῦ εὕρους τῶν θεμάτων σέ σχέση μέ τήν παροῦσα κρίση τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως γενικότερα. Ἐπιλύνοντας ὁρισμένα θέματα, ταυτόχρονα ἄνοιξε τόκουτί τῆς Πανδώραςβασικῶν διαφωνιῶν πού ὑπάρχουν μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν καί τῶν οἰκουμενικῶν ἑταίρων»65.

6. ἔλλειψις προσανατολισμοῦ πρός τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Εἶναι φαίνεται θέμα ἀρχῆς γιά τίς προτεσταντικές Ὁμολογίες πού ἀποφασίζουν τήν συμμετοχή τους στό Π.Σ.Ε., νά μή δεσμεύωνται μέ κάποια ἔννοια μεταστροφῆς στήν Ὀρθοδοξία καί ἀποδοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων, ὅπως φαίνεται ἀπό κείμενα πού ἐνέκρινε καί υἱοθέτησε Θ΄ Συνέλευσις66. Πραγματικά, σύστασις (ἄν ὄχι καί ἀπαίτησις) ἐπιστροφῆς ὅλων στήν Πίστι καί τήν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι μόνη προϋπόθεσις πού λείπει ἀπό τίς προτάσεις τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» καί πού θά ἦταν ἐνδεικτική ὀρθῆς ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς συμμετοχῆς στό Π.Σ.Ε.

Τό ἴδιο τό Π.Σ.Ε. προσδιορίζοντας τήν αὐτοσυνειδησία του κάνει λόγο γιά κοινωνία ἐκκλησιῶν:

«Κάθε συζήτησις τοῦ Π.Σ.Ε. περί αὐτοσυνειδησίας του πρέπει νά ἀρχίζῃ ἀπό τήν καταστατική Βάσι, ἐπί τῆς ὁποίας τό Π.Σ.Ε. ἔχει θεμελιωθῆ καί ἐπί τῆς ὁποίας ὅλες οἱ ἐκκλησίες-μέλη ἔχουν συμφωνήσει:Τό Π.Σ.Ε. εἶναι μία κοινωνία (fellowship) ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ὁμολογοῦν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί Σωτῆρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές, καί ἀναζητοῦν νά φέρουν εἰς πέρας τήν κοινή τους κλῆσι γιά τήν δόξα τοῦ ἑνός Θεοῦ, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»67.

«Παρότι λέξις fellowshipἐνίοτε χρησιμοποιεῖται γιά νά ἀποδώσῃ τήν ἑλληνική λέξι κοινωνία, πού εἶναι ἔννοια-κλειδί κατά τίς πρόσφατες οἰκουμενικές συζητήσεις περί ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητός της, σχέσις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε. ὡς σύνολο δέν εἶναι κοινωνία μέ τήν πλήρη σημασία τοῦ ὅρου (ὅπως περιγράφηκε π.χ. στήν Γεν. Συνέλευσι τῆς Καμπέρρα, ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ὡς Κοινωνίας: Δῶρο καί Κλῆσις68.

Μάλιστα ὅσο περισσότερο γίνεται ἀντιληπτή ἀδυναμία τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. νά προσανατολισθοῦν πρός τήν Ὀρθόδοξο Πίστι καί τήν ἐν αὐτῇ κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, συντηρεῖται τάσις νά συμπεριφέρωνται μεταξύ τους ὡς μέλη μιᾶς ἔστω ἐπί μινιμαλιστικῆς βάσεως κοινωνίας (membership) καί αὐξάνεται τάσις νά ἀναπτύσσωνται εὐρύτεροι κύκλοι συνεργασίας μεταξύ τους μέ σχέσεις συν-εταιρικές (partnership).

7. Ἠθικά καί κοινωνικά θέματα.

Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα καί ὑπεράσπισίς τους εἶναι στίς προτεραιότητες τοῦ Π.Σ.Ε. Ἐνῶ ὅμως σέ θέματα καταπιέσεων, κοινωνικῆς ἀδικίας, φτώχειας, παρατηρεῖται ἀπόλυτη συμφωνία, ὑπάρχει μεγάλη διαφοροποίησις τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. ὅσον ἀφορᾶ τήν στάσι τους ἀπέναντι στά ζητήματα πού σχετίζονται μέ τήν ἀνθρώπινη σεξουαλικότητα. Τά κεντρικά συντονιστικά ὄργανα τοῦ Π.Σ.Ε. δέν παίρνουν θέσι ὑπέρ τῆς μιᾶς τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Προτιμοῦν νά δώσουν τό βῆμα τοῦ Π.Σ.Ε. γιά νά ἀναπτυχθῇ διάλογος μεταξύ τῶν διαφόρων τάσεων. Τοποθετοῦν τήν στρατηγική αὐτή στήν προοπτική τῆς ἑνότητος τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν. Ἀντιγράφουμε ἀπό τό εἰσηγητικό πρός τήν Θ΄ Γεν. Συνέλευσι κείμενο «Ἡ ἀπάντησις τῶν ἐκκλησιῶν γιά τήν ἀνθρώπινη σεξουαλικότητα» (Churchesresponse to human sexuality):

«Τό νά ἐπικεντρωθοῦμε στόν κύριο ὄγκο τῶν τοποθετήσεων καί νά παραγάγουμε ἐπίσημες δηλώσεις, εἶναι προφανῶς ἀναποτελεσματικό καί βαθαίνει τά ρήγματα μέσα στίς ἐκκλησίες καί μεταξύ αὐτῶν· ὑπάρχει ἀνάγκη νά δοθῇ οἰκουμενικός χῶρος γιά συνάντησι, ἀνάλυσι, διάλογο καί ἐπιμόρφωσι στήν κατεύθυνσι μιᾶς ἐφικτῆς καί ποιμαντικῆς προσεγγίσεως τῶν ὑπὄψιν θεμάτων ... Ὡς παγκόσμια κοινωνία (fellowship) ἐκκλησιῶν τό Π.Σ.Ε. βρίσκεται στήν μοναδική θέσι νά δεσμεύσῃ τίς ἐκκλησίες-μέλη νά κρατήσουν διαφορετικές ἀπόψεις καί τοποθετήσεις γιά τήν ἀνθρώπινη σεξουαλικότητα ... Καταὐτόν τόν τρόπο τό Συμβούλιο φέρνει τίς ἐκκλησίες σέ ζωντανή ἐπικοινωνία γιαὐτό τό οὕτως ἄλλως δυνητικά διχαστικό ζήτημα καί προσφέρει τό παγκόσμιο οἰκουμενικό βῆμα του γιά ὑπεύθυνη συζήτησι ... Ἐμπλεκόμενο σέ αὐτό τό θέμα τό Π.Σ.Ε. γίνεται μία κοινωνία (fellowship) ἐκκλησιῶν μέ μία βαθύτερη ἔννοιαπαρουσιάζεται σάν ἀδελφός καί ἀδελφή (fellow) σέ αὐτούς πού ἔτσι καί ἀλλοιῶς αἰσθάνονται ἀποξενωμένοι καί ἀποκλεισμένοι ἀπό τήν κοινωνία τους καί τήν ἐκκλησιαστική τους κοινότητα»69.

Τό θέμα αὐτό ἔχει ἀρχίσει νά συζητῆται ἀπό τήν Γ΄ Γεν. Συνέλευσι τοῦ Νέου Δελχί καί εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ “κοινωνική εὐαισθησία”, μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζεται. Ἐν τούτοις ἤδη σήμερα τό Π.Σ.Ε. δέν θέτει τό ζήτημα μέ βάσι τήν σαφῆ εὐαγγελική διδασκαλία. Προέχει ἡ “ἑνότης” τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Π.Σ.Ε. καί ὄχι ἡ εὐαγγελική ἀλήθεια;

8. στάσις ἔναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν.

στάσις τῶν ἐκκλησιῶνμελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. ἔναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν χαρακτηρίζεται ἀπό διάθεσι ἀποδοχῆς τους, βασισμένη δῆθεν σέ ἁγιογραφικές μαρτυρίες. Σέ κείμενο πού ἐνέκρινε Θ΄ Γεν. Συνέλευσις μέ τίτλο «Θρησκευτική πολυμορφία καί αὐτοσυνειδησία τῶν Χριστιανῶν» (Religious plurality and Christian self-understanding) γράφεται:

«Οἱ θρησκευτικές παραδόσεις τῆς ἀνθρωπότητος, στήν μεγάλη τους διαφορετικότητα, εἶναι “πορεῖες” καί “προσκυνηματικά ταξίδια” γιά ἀνθρώπινη καταξίωσι τῆς ἀναζητήσεως τοῦ πληρώματος τῆς ἀληθείας περί τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἄν καί μπορεῖ νά εἴμαστε “ξένοι” μεταξύ μας, ὑπάρχουν στιγμές πού οἱ δρόμοι μας διασταυρώνονται στό σημεῖο πού λέγεται κλῆσις γιά “θρησκευτική φιλοξενία”. Τόσο ἡ προσωπική μας πεῖρα σήμερα ὅσο καί ἱστορικές στιγμές τοῦ παρελθόντος μαρτυροῦν γιά τό γεγονός ὅτι τέτοια φιλοξενία εἶναι δυνατή καί γίνεται ἐνίοτε.

Μία ἐκτεταμένη τέτοια φιλοξενία ἐξαρτᾶται ἀπό μία θεολογία φιλόξενη στόν «ἄλλον». Οἱ ἀντιλήψεις μας γιά τήν φύσι τῆς βιβλικῆς μαρτυρίας περί Θεοῦ, τί πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάνει ἐν Χριστῷ, καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δείχνουν ὅτι στήν καρδιά τῆς χριστιανικῆς πίστεως βρίσκεται μία φιλόξενη διάθεσις, πού ἀγκαλιάζει τούς «ἄλλους» στήν διαφορετικότητά τους. Εἶναι αὐτό τό πνεῦμα πού χρειάζεται γιά νά ἐμπνεύσῃ τήν θεολογία τῶν θρησκειῶν σέ ἕνα κόσμο πού χρειάζεται ἴασι καί καταλλαγή...

...Τά πεπερασμένα ἀνθρώπινα ὅρια καί οἱ περιορισμένες δυνατότητες τῆς γλώσσης καθιστοῦν ἀδύνατη κάθε κοινότητα νά ἐξαντλήσῃ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας πού προσφέρει ὁ Θεός στήν ἀνθρωπότητα. Ὅλες οἱ θεολογικές μας ἀντιλήψεις σέ τελική ἀνάλυσι δέν ξεπερνοῦν τά ὅρια τῆς δικῆς μας ἐμπειρίας καί δέν μποροῦν νά παρακολουθήσουν τό εὗρος τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποκατάστασι τοῦ κόσμου.

Αὐτή ταπείνωσις μᾶς κάνει νά λέμε ὅτι σωτηρία