Русская Православная Церковь

ПРАВОСЛАВНЫЙ АПОЛОГЕТ
Богословский комментарий на некоторые современные
непростые вопросы вероучения.

«Никогда, о человек, то, что относится к Церкви,
не исправляется через компромиссы:
нет ничего среднего между истиной и ложью.»

Свт. Марк Эфесский


Интернет-содружество преподавателей и студентов православных духовных учебных заведений, монашествующих и мирян, ищущих чистоты православной веры.


Карта сайта

Разделы сайта

Православный журнал «Благодатный Огонь»
Церковная-жизнь.рф

Greek texts

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Η Συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Митрополит Кифирский. Соборность в Православной Церкви

 
Соборность в Православной Церкви
Ἡ Συνοδικότητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Τό Συνοδικό σύστημα εἶναι ὁ τρόπος διοικήσεως καί λειτουργίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, τό χαρακτηριστικό καί διακριτικό της γνώρισμα ἀπό τίς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν. Ἡ Σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Προκαθημένου της, διοικεῖ μέ τό Συνοδικό σύστημα τήν Αὐτοκέφαλη, Αὐτόνομη ἤ Ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία, κατά τό ἀρχέγονο Μητροπολιτικό καί ἐν συνεχείᾳ  τό Ἀρχιεπισκοπικό ἤ Πατριαρχικό σύστημα.

            Μετά τήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων (48μ.Χ.), καί ἀφοῦ σέ διάφορες πόλεις καί περιοχές τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Ἱεροσόλυμα, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Κύπρο, Μικρά Ἀσία, Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Ἀθήνα, Κόρινθο, Πάτρα, Κρήτη, Ρώμη κ.ἀ.), ἱδρύθησαν Ἀποστολικές Ἐκκλησίες, μέ τήν χειροτονία Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί Διακόνων, σύν τῷ χρόνῳ, ἐνῶ ἐπλήθαιναν οἱ Ἐπισκοπές, συγκροτήθηκαν Ἐπαρχιακές καί Τοπικές Σύνοδοι μέ τήν εὐθύνη καί πρωτοβουλία τοῦ ἑκασταχοῦ Μητροπολίτου.
            Ἀπό τόν 4ο καί μέχρι τόν 8ο αἰῶνα, μέ βασιλικές διαταγές Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων, συνεκλήθησαν ἑπτά (7) Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι σέ διάφορα κέντρα τῆς Αὐτοκρατορίας (Νίκαια, Κωνσταντινούπολι, Ἔφεσο, Χαλκηδόνα) μέ τήν παρουσία ἤ τήν ἐκπροσώπησι τῶν πέντε (5) Πατριαρχῶν (Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων) καί τήν συμμετοχή «τῆς ὁλότητος τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων»[1].
            Σ’αὐτές ἡ γρηγοροῦσα Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική συνείδησις συγκαταριθμεῖ καί δυό ἄλλες Συνόδους, τίς ὁποῖες καί ἀποδέχεται ὡς Οἰκουμενικές, παρ΄ὅτι δέν ἔχουν μέχρι σήμερα ἀναγνωρισθῆ μέ τήν καθιερωμένη κανονική ἐκκλησιαστική διαδικασία. Πρόκειται γιά τίς Συνόδους τῶν ἐτῶν 879-880 μ.Χ. ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί τοῦ 1351 μ.Χ. ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ.
            Μέ τίς διάφορες αὐτές μορφές ἐκκλησιαστικῶν Συνόδων, πού ἐλειτούργησαν διαχρονικά καί λειτουργοῦν στόν Ὀρθόδοξο χῶρο, καλλιεργήθηκε καί ἀναπτύχθηκε τό πνεῦμα τῆς Συνοδικότητας, τό ὁποῖο, ὅταν κυριαρχῆ καί διαποτίζη τό ἱερό Συνοδικό Σῶμα, σκιρτοῦν καί ἀγάλλονται τά ἐπίγεια καί τά ἐπουράνια, ἡ ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσα καί ἐπί γῆς στρατευομένη Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἐπικρατεῖ καί θριαμβεύει τό «ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον θέλημα»[2] τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Τρισαγίου Θεοῦ˙ τό Πανάγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο φωτίζει, στηρίζει καί ἁγιάζει τούς πιστούς «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» [3] καί «ὁμόνοια γίνεται τῶν πιστῶν θεοβράβευτος»[4].
            Τό πανεύοσμο ἄνθος τῆς Συνοδικότητας, τό ἀνεκτίμητο αὐτό θεῖο δῶρο καί συνάμα ὁ ἡδύτατος Ἁγιοπνευματικός καρπός, τό εὑρίσκουμε στήν εὐλογημένη ἐκείνη πρωτοχριστιανική, τήν Ἀποστολική ἐποχή. Οἱ ἕνδεκα Ἀπόστολοι καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί, κατά προτροπήν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἐπρότειναν ὡς ὑποψηφίους δύο γιά τήν συμπλήρωσι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 12 Ἁποστόλων, μετά τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα,  τόν Ἰωσήφ πού ἐκαλεῖτο Βαρσαββᾶς καί ἔλαβε τό προσωνύμιο Ἰοῦστος, καί τόν Ματθία. Διαβάζουμε στό πρῶτο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων: «Καί προσευξάμενοι εἶπον˙ σύ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον ὅν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα… Καί ἔδωκαν κλήρους αὐτῶν, καί ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπί Ματθίαν, καί συγκατεψηφίσθη μετά τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων». [5] «Κλῆρον ὀνομάζει ὅλη τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί φανερώνει τήν Θεία ἐκλογή » (Οἰκουμένιος). «Γιατί αὐτό εἶναι ὁ κλῆρος, ὄχι ὅποιον θέλει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ αὐτόν πού δίνει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» (Θεοφύλακτος). Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας τήν φράσι «καί προσευξάμενοι εἶπον˙ σύ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον …» λέγει τά ἑξῆς.  «Ἀπό κοινοῦ προσεύχονται ὅλοι…Σύ Κύριε ἀνάδειξε τόν ἐκλεκτό σου, ὄχι ἐμεῖς …». «Εὐκαίρως τόν ἀποκαλοῦν καρδιογνώστη, γιατί ἀπό Ἐκεῖνον ἔπρεπε νά προκριθῆ, ὄχι ἀπό τούς ἐξωτερικούς…. Δέν θεωροῦσαν ἀκόμη ἀξίους τούς ἑαυτούς των νά ἐκλέξουν (τόν νέο Ἀπόστολο), γι’αὐτό καί ζητοῦν νά μάθουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέ κάποιο σημεῖο».[6]
            Τό 48 μ.Χ., ὡς ἐλέχθη, συνήχθη ἡ Ἀποστολική Σύνοδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα γιά τήν διευθέτησι πνευματικῶν ζητημάτων, ὅπως ἦταν τό θέμα τῆς Ἰουδαϊκῆς περιτομῆς, τήν ὁποία ἤθελαν ὡρισμένοι νά ἐπιβάλουν καί στούς ἐξ ἐθνῶν Χριστιανούς. Θαυμάζει κανείς τήν Συνοδικότητα τῆς ἀνεπανάληπτης ἐκείνης Ἀποστολικῆς ἐποχῆς, διαβάζοντας στό βιβλίο τῶν Πράξεων τά ἀκόλουθα: «Τότε ἔδοξε τοῖς Ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν...»˙[7] «ἔδοξεν ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμαδόν, ἐκλεξαμένους ἄνδρας...» [8]καί πιό κάτω «ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν...».[9]
            Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος σ’αὐτή τήν χρυσῆ Ἀποστολική περίοδο, γράφει τά ἀκόλουθα (τά παραθέτουμε σέ ἁπλῆ γλῶσσα): «Πρόσεξε τί συνέβαινε στά χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Ἐλαμβάνετο ὑπ’ὄψιν ἡ γνώμη ὅλου τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἔτσι πρέπει νά διοικῆται ἡ Ἐκκλησία, σάν ἕνα σπίτι, σάν ἕνα σῶμα».[10]
          Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ ΕΚΠΑ Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος ἔγραψε τά ἑξῆς περισπούδαστα γιά τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί τό Συνοδικό της σύστημα:
          «Τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας διεμορφώθη εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἅμα τῇ ἱδρύσει αὐτῆς καί δή κατά διάφορον τρόπον εἰς τά διάφορα τμήματα αὐτῆς, Ἀνατολήν καί Δύσιν, καί κατά τάς διαφόρους ἐποχάς. Οὕτως ἐν μέν τῇ Ἀνατολῇ ἀνεπτύχθη τό δημοκρατικόν πολίτευμα, καθ΄ὅ τήν Ἐκκλησίαν διοικεῖ οὐχί εἷς, ἀλλ΄ ἡ ὁλότης τῶν Ἐπισκόπων, κατά ἴσα πρός ἀλλήλους δικαιώματα, πλήν τῆς ἁπλῆς τιμητικῆς διακρίσεως τοῦ πρώτου, ἐν δέ τῇ Δύσει τό μοναρχικόν, καθ΄ὅ, ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὑποθετικοῦ πρωτείου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί τοῦ ἀπαιτητοῦ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, οὗτος διοικεῖ τήν Ἐκκλησίαν κατ΄αὐστηρόν καί ἀποκλειστικῶς μοναρχικόν σύστημα, ἐπί ἀνατροπῇ τῆς ὑπό τοῦ Χριστοῦ τεθείσης καί ὑπό τῶν Ἀποστόλων ἀναπτυχθείσης δημοκρατικῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ.
            Εἰς τάς διαφόρους ἔπειτα προτεσταντικάς ἐκκλησίας, ἐπί τῇ βάσει τῆς καταργήσεως τῆς ἀξίας τῆς παραδόσεως καί τῆς καθιερώσεως, κατά πλήρη παρανόησιν τῆς ἐννοίας του, τοῦ «βασιλείου ἱερατεύματος», ἀνεπτύχθησαν διάφορα συστήματα πολιτεύματος βάσιν ἔχοντα τήν λαϊκοποίησιν τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς καταργήσεως τοῦ θείῳ δικαίῳ κατεστημένου ἐν αὐτῇ κλήρου, ὡς τῆς διοικούσης ἐν αὐτῇ τάξεως.
            Οὕτως ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἀνατολῇ, ἀναπτυχθεῖσα διοικητικῶς ἐπί τῇ βάσει τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς, καθιέρωσε ὡς διοικητικόν αὐτῆς σύστημα τό συνοδικόν, βασιζόμενον ἐπί τοῦ περιφήμου χωρίου τῶν Πράξεων ιε’ 22 «ἔδοξε τοῖς Ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ», - δι΄οὗ παρέχεται  τό δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τήν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καί τῷ λαϊκῷ ἀκόμη στοιχείῳ, διετηρήθη δέ ζηλοτύπως μέχρι σήμερον.Ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνῶ τό κυρίως διοικοῦν ταύτην σῶμα εἶναι τό σῶμα κληρικῶν καί δή τό τῶν Ἐπισκόπων, δέν ἀποκλείεται τό λαϊκόν σῶμα ἐκ τῆς διοικήσεως, διά τῆς καί ἐκ μέρους του δι΄ἐκλογῆς ἀναδείξεως τῶν κληρικῶν, καί διά τῆς ἀπαραιτήτου του συνεργασίας εἰς τόν σχηματισμόν τῆς «συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας», τῆς ὑπερτάτης ταύτης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίας. Ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἡ ἀνωτάτη διοικητική βαθμίς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καί διοικήσεως εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ συγκροτουμένη κυρίως ἐκ τῆς ὁλότητος τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων καί τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις ὁριστικῶς γινόμεναι ὑπό τῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεκταί, ἀποτελοῦν τήν ὑψίστην ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίαν».[11]
 
            Ποιά εἶναι τά γνωρίσματα τῆς Συνοδικότητας καί ἡ
            πρακτική ἐφαρμογή της στήν Ἁγία μας Ἐκκλησία
 
            Ὅταν λειτουργῆ θεάρεστα καί θεοφώτιστα τό Συνοδικό σύστημα, τότε πνέει ἡ αὔρα τοῦ Παρακλήτου στίς συνεδριάσεις καί τίς ἀποφάσεις τοῦ Ἱεροῦ Συνοδικοῦ Σώματος˙ «οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία»[12] . Ἐπικρατεῖ ὁ ἀπόλυτος σεβασμός στό Θεῖο Νόμο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στίς Ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, στούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας  καί γενικότερα στήν Ἱερή Ἐκκλησιαστική μας Παράδοσι. Ὑπάρχει ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμός στήν Ἀνώτατη αὐτή Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, τόν ἱερό θεσμό καί τίς Συνοδικές Ἀποφάσεις. Ὅλα τά Μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συνδέονται «τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης»[13], ὡς οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἀπονέμεται ὁ ἀλληλοσεβασμός. Ἀκόμη ὑπάρχει ἡ συναίσθησις τῶν ὑψηλῶν καί βαρέων εὐθυνῶν τῆς Συνοδικῆς Διακονίας καί ὁ ἔνθεος ζῆλος τῆς ἀνταποκρίσεως στά πολυεπίπεδα ἱεροσυνοδικά καθήκοντα καί τίς προκλήσεις καί ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν, ἀπό πνευματικῆς σκοπιᾶς.
            Ὁ 34ος Ἀποστολικός Κανόνας θέτει τίς ἀσφαλεῖς βάσεις τῆς Συνοδικότητας, διακελεύοντας τά ἑξῆς: «Τούς Ἐπισκόπους ἑκάστου Ἔθνους, εἰδέναι χρή τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον (Προκαθήμενον), καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης˙ μόνα δέ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καί ταῖς ὑπ’αὐτήν χώραις. Ἀλλά μηδέ ἐκεῖνος(ὁ Πρῶτος) ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γάρ ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα»[14].
            Στήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία οἱ 12 Μόνιμες Συνοδικές Ἐπιτροπές (ἐμπνευστής των ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος ὁ Α’) καί οἱ 15 Εἰδικές Συνοδικές Ἐπιτροπές, κινούμενες ἀπό τό πνεῦμα τῆς Συνοδικότητας, ἠμποροῦν νά ἀγκαλιάσουν ὅλο τό φάσμα τῶν πνευματικῶν, ποιμαντικῶν, κοινωνικῶν καί φιλανθρωπικῶν δραστηριοτήτων, συνεπικουρούμενες τό ἔργον τῆς Δ.Ι.Σ. καί τῆς Ι.Σ.Ι.
            Στίς συνεδριάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν κυριαρχῇ τό πνεῦμα τῆς Συνοδικότητας, τό Ἀποστολικό˙ «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν» καί τό Ἱεροκανονικό˙ «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσι», γίνονται μέ τήν Χάριν τοῦ Κυρίου μας θαύματα. Οἱ Ἀρχιερατικές ἐκλογές, ὅταν διενεργοῦνται θείᾳ νεύσει, θεοκινήτως, ἀμερολήπτως καί ἀξιοκρατικῶς, χωρίς κάποια ἐπιβολή ἤ πίεσι, τότε θριαμβεύει ἡ Συνοδικότητα. Ἀλλά καί στίς αἴθουσες τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὅταν ἀφήνονται ἀνεπηρέαστοι καί ἀδέσμευτοι οἱ Συνοδικοί καί λοιποί ἐκκλησιαστικοί λειτουργοί, τότε καί ἐδῶ κατισχύει τό Συνοδικό σύστημα, ἡ ἄριστη ἀρχή τῆς Συνοδικότητας˙ «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω»[15]. Ὑπεράνω ὅλων, ὅμως, ἀπαιτεῖται ἡ ἀρχή τῆς Συνοδικότητας, ὅταν σέ μία Ἱερά Σύνοδο, ὅπως εἶναι ἡ μελετωμένη νά συνέλθη τόν προσεχῆ Ἰούνιο «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», ἀντιμετωπίζονται σοβαρά ἐκκλησιολογικά – δογματικά καί ἱεροκανονικά θέματα, ὁπότε ἀπαιτεῖται ἀπόλυτος σεβασμός καί προσήλωσις στήν Ἁγιογραφική, Ἁγιοπατερική, δογματική καί κανονική διδασκαλία καί Παράδοσι τῆς Ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας.
            Τά ἄχρι τοῦδε γνωστά δεδομένα τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», πού θά συνέλθη στήν Κρήτη, δέν διαφαίνονται νά προοιωνίζουν, οὔτε νά ἐγγυῶνται τά βασικά καί ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς Συνοδικότητας, εἰς τά ὁποῖα ἀναφερθήκαμε. Ὁ ἀποκλεισμός τῆς πλειονότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων,ὕστερα ἀπό τήν ἀπόφασι τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (πού συνεπάγεται στέρησιν ἀπαραγράπτου καί ἀναφαιρέτου δικαιώματος, τό ὁποῖο ἔχει ὁ κάθε Ἐπίσκοπος «Θείῳ καί ἀνθρωπίνῳ δικαίῳ»). Ὁ διά Προσυνοδικῶν  Διασκέψεων καί Ἐπιτροπῶν  καθορισμός ὄχι μόνον τῶν θεμάτων, ἀλλά καί τῶν ἐπ’αὐτῶν  θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν τοποθετήσεων ὑπό μόνων τῶν ἐκπροσώπων ἑκάστης Ὀρθοδόξου Τοπικῆς Ἐκκλησίας, δίχα Ἀποφάσεως καί εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεώς των ὑπό τοῦ Κυριάρχου Σώματος τῆς Ἱεράρχίας. Ἡ μία ψῆφος ἑκάστης Ὀρθοδόξου κατά τόπους Ἐκκλησίας ὑπό μόνων τῶν Προκαθημένων καί ἡ προκαθορισθεῖσα ὁμοφωνία, πού παραπέμπει σέ δυτικά πρότυπα οἰκείων «συνόδων» καί ἐπιτροπῶν. Ὁ πρό τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» (μία ἑβδομάδα ἐνωρίτερα) προκαθορισμός δι’ἐκπροσώπων τοῦ μηνύματος τῆς ἐν θέματι Συνόδου πρός τόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐκκλησιαστικότητος σέ ἀπεσχισμένες χριστιανικές κοινότητες ἑτεροδόξων καί κακοδόξων, αἱρετικῶν καί θιασωτῶν τῆς «μεταπατερικῆς» (γράφε ἀντιπατερικῆς) θεολογίας, χωρίς τήν μοναδική ἀποκλειστική προϋπόθεσι τῆς ἐν ἀληθεῖ μετανοίᾳ εἰλικρινοῦς ἐπιστροφῆς τῶν ὡς ἄνω αἱρετικῶν καί πεπλανημένων  εἰς τούς κόλπους τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διά προσβλητικῶν χαρακτηρισμῶν , ἀπειλῶν, ἐκβιασμῶν καί μειωτικῶν ἐπιθετικῶν ἐκφράσεων, ἄνευ θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν ἐπιχειρημάτων, ἐπιχείρισις ἀπαξιώσεως τῶν εὐόρκως καί ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλυφθείσης Θείας Ἀληθείας  καί ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί κληρονομίας. Καί τέλος ἡ ἐν σπουδῇ, «στανικῷ τῷ τρόπῳ» καί πάσῃ θυσίᾳ προώθησις τῶν οἰκουμενιστικῶν στόχων καί σχεδίων τῆς ἐκκλησιαστικοποιήσεως τῶν ἀνεκκλησιάστων καί κανονικῶς ἀκοινωνήτων, ἀντίκεινται προφανῶς εἰς τό ἀκραιφνές πνεῦμα τῆς Ἁγίας Συνοδικότητος τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
            Εἴθε τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό φωτίζον καί στηρίζον καί ἁγιάζον τούς πιστούς καί τήν Ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, νά καταυγάση «νοῦν, ψυχήν καί καρδίαν» ἁπάντων τῶν Μακ. Προκαθημένων καί τῶν Μελῶν τῆς συγκληθησομένης Μεγάλης Συνόδου καί νά ἀποτρέψη πᾶσαν διαίρεσιν καί πάντα διχασμόν, πᾶσαν νεωτερικήν διδασκαλίαν καί ἑτεροδιδασκαλίαν, καί ἀντί τούτων νά ἐπικρατήση ἡ ὑγιαίνουσα καί ἀκραιφνῶς Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερική διδασκαλία καί Παράδοσις. Ἀμήν 
†Ὁ Κυθήρων Σεραφείμ

[1] Ἁμίλκα Ἀλιβιζάτου (†) Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Οἱ Ἱεροί Κανόνες, Ἔκδ. Τρίτη ,1997,Ἀποστολική Διακονία, σελ.20.
[2] Ρωμ. ιβ΄2.
[3] Πεντηκοστάριον, Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς,γ΄ἰδιόμελο τῶν Ἑσπερίων.
[4] Πρβλ.Τριῴδιον , Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γ΄προσόμοιο τῶν Αἴνων.
[5] Πραξ. α΄, 24-26.
[6] Π.Ν.Τρεμπέλα (†), Ὑπόμνημα εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ἀδελφ. Θεολόγων
«Ο ΣΩΤΗΡ»,  σελ. 72-73.
[7] Πραξ. ιε’, 22.
[8] Πραξ. ιε΄, 25.
[9] Πραξ. ιε΄, 28.
[10] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε 19,488.
[11] Ἁμίλκα Ἀλιβιζάτου (†) Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Οἱ Ἱεροί Κανόνες, τμῆμα Α΄Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 19-20.
[12] Β΄Κορ.γ’17.
[13] Τριῴδιον, Κανών Ὄρθρου Μεγ.Πέμπτης, ῴδή ε’, εἱρμός ε’ σελ.877, ἐκδ.Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1994
[14] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Ἀγαπίου Ἱερομονάχου, Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, Κανών ΛΔ’ Ἁγ.Ἀποστόλων, ἐκδ.Β’,ἐν Ἀθήναις 1841, σελ.21.
[15] Ἔνθ’ἀνωτ.Κανών ΣΤ’, Α’Οἰκουμ. Συνόδου,σελ.72

 

Святитель Нектарий Эгинский

Единая, Святая, Соборная и Апостольская Церковь и Римская Церковь

Выдержка из книги свт. Нектария Эгинского: "Историческое исследование о причинах Схизмы,  последствиях ее в вечности и о возможности и невозможности соединения Церквей Восточно и Западной"

Ἅγιος Νεκτάριος

Η ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ἱστορικὴ Περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος, περὶ τῆς διαιωνίσεως αὐτοῦ καὶ περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ ἀδυνάτου τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς. Ἀθῆναι, 1911)

Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, συγκροτουμένη ἐκ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἡνωμένων τῇ πίστει, τῇ ἐλπίδι, τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ λατρείᾳ ὑπῆρξεν ἀείποτε ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος, οὐδὲ ὑπετάγη ποτὲ τῷ Πάπᾳ Ῥώμης, οὐδ᾿ ἀνεγνώρισε ποτὲ αὐτῷ μείζονα ἱεραρχίαν καὶ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ πνευματικὴν ὑπεροχήν, ἀλλ᾿ ἐθεώρησεν αὐτὸν ἐπίσκοπον, ὡς πάντας τοὺς ἐπισκόπους, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἔλαβε χειροτονίαν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι παρὰ τῶν ἀποστόλων, οἵτινες δὲν ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἐπίσκοποι καθεδρῶν, ἀλλ᾿ ἀπόστολοι τοῦ ἱεροῦ Αὐτοῦ Εὐαγγελίου, φέροντες τὴν δύναμιν τοῦ ἱδρύειν ἐκκλησίας.

Οἱ ἀπόστολοι ἦσαν ὅ,τι ὁ θεόπτης Μωϋσῆς, ὅστις ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον καὶ κατεσκεύασε τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ διέταξε τὰ τῆς λατρείας καὶ πάσας τὰς ἱερὰς τελετάς· καὶ συγχρόνως ἀρχιθύται ὡς ὁ Ἀαρών· καὶ τοιοῦτοι ἔδει νὰ ὦσιν, ἀφοῦ ἡ παλαιὰ λατρεία τύπος καὶ σκιὰ ἦν τῆς νέας λατρείας, τῆς γνωσθείσης τοῖς ἔθνεσι διὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων· ἐν τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις ὑπῆρχε τὸ πλήρωμα τῶν χαρισμάτων, οὐδὲ ἦν δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ πάντες ἐξ ἴσου ἀπεστέλλοντο· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα, ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. κη´ 19-20).

Πῶς ἦν δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τοῦ Πέτρου, ὅστις ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπεστέλλετο εἰς τὸ κήρυγμα, ὅπως ἱδρύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάξωσι τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἀφοῦ ἕκαστος ἔμελλε νὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν λοιπῶν; Ἀλλὰ τὶς ἡ χρεία τοῦ πρωτείου τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δευτερεῖα, διὰ τὴν διασπορὰν τῶν ἀποστόλων; Τὶς ἡ χρεία τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ἕκαστος ἀπόστολος ἰδίαν εἶχεν ἀποστολήν; Τὶς ἡ χρεία ἱεραρχικῆς βαθμολογίας μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, ἀφοῦ ἐν τῇ διασπορᾷ ἔμελλον νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν ὁ εἰς τοῦ ἄλλου; Τὶς ἡ χρεία τῆς δυνάμεως τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἀποστόλους, ὅτι ἔσεται μετ᾿ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος; Βεβαίως οὐδεμία χρεία ὅλων τούτων τῶν φανταστικῶν προσόντων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅστις ἐξ ἅπαντος θὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπεροχῆς. Ἐὰν τὰ προσόντα τοῦ Πέτρου, οἷα ἀξιοῖ ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία, ἦσαν ἀληθῆ, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου θὰ καθίστατο λίαν προβληματικὸν καὶ ἀδιανόητον, διότι θὰ παρουσίαζε σύγχυσιν ἐννοιῶν καὶ σύγκρουσιν ἀρχῶν· θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ ἰσότητος μέχρι ταπεινώσεως καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνισότητος, μέχρι ἡγεμονίας καὶ ὑπεροψίας. Ἐὰν διετάσσετο τοιαύτη ὑπεροχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἠδυνάμεθᾳ νὰ νοήσωμεν τὸ ἑξῆς χωρίον τοῦ Εὐαγγελίου; «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐχ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μαρκ. ι´ 42-45)· καὶ ἵνα ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ χωρία, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέση ὁ χρόνος, ἐρωτῶμεν. Πῶς θὰ ἐπληροῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀποστόλων μὴ ἐχόντων κοινωνίαν μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἀποστόλου, παρ᾿ οὗ θὰ ἐλάμβανε κῦρος τὸ ἀποστολικὸν αὐτῶν κήρυγμα; Ἀλλ᾿ ἀφοῦ συνέστησεν ἱεραρχίαν μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνέδειξε τὸν Πέτρον ἀνώτατον ἀπόστολον καὶ ἡγεμόνα, διατὶ ὁ Κύριος νὰ μὴ γνωστοποιήσῃ τοῦτο καὶ τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς, λέγων αὐτοῖς· «ἰδοὺ καθίστημι Πέτρον τουτονὶ ποιμένα ὑμῶν καὶ ἄρχοντα καὶ ἡγεμόνα· αὐτὸς ποιμανεῖ ὑμᾶς αὐτοῦ ἀκοῦσασθαι· καὶ πᾷς ὅστις παρακούσει αὐτοῦ ἐξολοθρευθήσεται»; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ποιήση τε γνωστὸν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ Σωτήρ, ἐὰν ὄντως καθίστα αὐτὸν ποιμένα ποιμένων καὶ ἄρχοντα τῶν ἀποστόλων· ἀλλὰ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον εἴρηκε, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἱεραρχίαν ἀποστολικὴν συνέστησε, διὸ οὐδ᾿ ὑπάρχει τις φόβος ἀπωλείας τῷ μῇ πειθομένῳ τῷ διαδόχῳ τοῦ Πέτρου, εἶπερ ἔστι τοιοῦτος ὁ ἐπίσκοπος Ῥώμης.

Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν ἀποστόλων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔστιν ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ. Ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία οὕτως ἐννόησε τὴν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα καὶ ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε· μαρτύρια τρανὰ οἱ πρῶτοι δέκα αἰῶνες. Ἐκ τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας μόνη ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἄλλως ἀντελάβετο τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος καὶ δι᾿ ἄλλων ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε ταύτην μέσων. Ἡ διάφορος αὕτη ἀντίληψις τοῦ τρόπου τῆς ἑνότητος προκάλεσε τὸ σχίσμα, ὅπερ λαβὸν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν πρώτων αἰώνων ηὐξάνετο σὺν τῷ χρόνῳ καὶ προέβαινε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, μέχρις οὖ ἀφήκετο εἰς τὴν τελείαν ἀπόσχισιν, ἕνεκα τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Παπῶν τῆς ὑποταγῆς τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῇ ἐπισκοπῇ τῆς Ῥώμης. Ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ὁ λόγος τοῦ σχίσματος, ὅστις ἀληθῶς εἶναι μέγιστος, διότι ἀνατρέπει τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὁ σπουδαιότατος δογματικὸς λόγος, διότι εἶναι ἄρνησις τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ λοιποὶ δογματικοὶ λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθῶσιν ὡς δευτερεύοντες καὶ ἀπόῤῥοια τοῦ πρώτου τούτου λόγου. Ἴδωμεν ἤδη τίνες αἱ ἀρχαὶ καὶ πὼς διετηρεῖτο ἡ ἑνότης ἐν τῇ Μίᾳ, Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ.

Ἡ ἑνότης τῶν ἐκκλησιῶν

Ἑνότης τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὰς ἁγίας γραφὰς εἶναι ὁ μυστικὸς ἱερὸς σύνδεσμος τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων διὰ τῆς κοινῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν νυμφίον Χριστὸν καὶ διὰ τῆς αὐτῆς λατρείας.

Τὸν χαρακτῆρα τῆς ἑνότητος ταύτης εὑρίσκομεν ἐν ταῖς ἐν ταῖς ἁγίαις γραφαῖς. Ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν πρὸς τὸν Οὐράνιον αὐτοῦ πατέρα καταδείκνυται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἰησοῦς μέλλων πρὸς τὸ ἑκούσιον αὐτοῦ νὰ πορευθῆ πάθος ἀναπέμπει ὑψηλὴν καὶ πλήρη στοργῆς δέησιν πρὸς τὸν πατέραν αὐτοῦ καὶ αἰτεῖται παρ᾿ αὐτοῦ, ἵνα τηρῇ πάντας τους εἰς αὐτὸν πιστεύοντας καὶ πιστεύσοντας ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης. «Πάτερ ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι... Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ (=παρακαλῶ) μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἕνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἓν, καὶ ἵνα γιγνώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σὲ οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δὲ σὲ ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας. Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾗ, κἀγὼ ἐν αὐτοῖς». (Ἰω. ιζ´ 17-26).

Ἡ ἑνότης ἄρα τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται ἐν τῇ μετὰ τοῦ Κυρίου ἑνώσει τῶν μελῶν αὐτῆς. Πάντες οἱ εἰς Χριστὸν πιστεύσαντες διὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἡνώθησαν μετὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡγιάσθησαν ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.

Ἡ ἑνότης ἄρα εἶναι ἐσωτερική, μυστική, ἄμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία εὐδοκία καὶ ἀγάπη καὶ οὐδενὸς δεῖται ἐξωτερικοῦ συνδέσμου πρὸς σύστασιν τῆς ἑνότητος.

Οἱ πιστεύσαντες ἔλαβον τὴν χάριν καὶ τὴν ἀλήθειαν, τὸ φῶς καὶ τὴν ζωὴν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡνώθησαν μετ᾿ αὐτοῦ. Τί δύναται νὰ χωρίση αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἑνότητος τῆς μετὰ τοῦ Κυρίου; Ἐὰν δὲ ὁ δεσμὸς οὗτος ἐστὶ τέλειος, τὶς ἡ χρεία ἑτέρων δεσμῶν, ἑτέρας πίστεως;

Οἱ πιστεύσαντες εἰλκύσθησαν πρὸς τὸν Σωτῆραν ὑπὸ τοῦ πέμψαντος αὐτὸν πατρὸς (Ἰω. στ´ 44) καὶ ἔλαβον τὴν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως· ὡς δὲ ἡ ἀλήθεια ἠλευθέρωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς ἁμαρτίας, τὶς δύναται νὰ στερήση αὐτοὺς τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας;

Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο υἱοὶ φωτὸς καὶ μέτοχοι δόξης αἰωνίου, τὶς δύναται νὰ ἀφαιρέση ἀπ᾿ αὐτῶν τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν δόξαν;

Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο υἱοθετοὶ Θεοῦ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς τὴν υἱοθεσίαν ταύτην δύναται νὰ ἀρνηθῆ ἢ νὰ ἄρη;

Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο διὰ τῆς θείας μεταλήψεως κοινωνοὶ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου, μένουσι δὲ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτοῖς, τὶς ἰσχυρὸς νὰ διαῤῥήξη τὰ θεῖα ταῦτα δεσμὰ τῆς ἑνότητος;

Οἱ πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεῦμα ἅγιον, τὸ πάντα συγκροτοῦν τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδεικνύον ταύτην Μίαν, Ἁγίαν καὶ Καθολικήν, τὶς δύναται νὰ διασπάση τὴν ἑνότητα αὐτῆς; Ματαῖα ἄρα ἡ ἀπαίτησις ἐξωτερικοῦ συνδέσμου καὶ ἑτέρας πίστεως ἐκ τῶν γραφῶν μάλιστα ἀποκρουομένης πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς σωτηρίας τῶν πιστεύοντων εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.

Μαρτυρίαι ἐκ τῶν Πράξεων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων

Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἑδραιωμένη ἐπὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης.

Ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν Ἀποστόλων ἀναγράφονται οἱ ἠθικοὶ δεσμοὶ τῆς ἑνότητος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ ἀποστόλου Ματθία, ὁ Πέτρος ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ Ἰούδα. Ἡ πρότασις ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ πάντες ὁμοῦ ἐξέλεξαν δυὸ ἄνδρας, οὓς στήσαντες ἐν τῷ μέσῳ καὶ εὐχηθέντες πρὸς τὸν καρδιογνώστην Θεόν, ἔῤῥιψαν κλήρους καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίαν καὶ συγκατηριθμήθη μετὰ τῶν 12 Ἀποστόλων.

Ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν διακόνων οἱ δώδεκα προσεκάλεσαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν καὶ ἀνέθηκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ τὴν ἐκλογὴν ἑπτὰ ἀνδρῶν, οὓς οἱ ἀπόστολοι διὰ χειροθεσίας καὶ προσευχῆς ἀνέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ´ 1-6).

Ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει πρόεδρον τῆς Ἐκκλησίας τὸν Ἰάκωβον, οἱ δὲ Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀποστέλλονται πρὸς τοὺς ἐν Σαμαρείᾳ πιστεύσαντας, ὅπως διὰ χειροθεσίας μεταδώσωσιν αὐτοῖς Πνεῦμα ἅγιον.

Ὁ Πέτρος ἀποστέλλεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὖθις εἰς τὸ κήρυγμα ἀνὰ τὴν Ἰουδαίαν. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς περιτομῆς ἀποφαίνεται ἡ Ἐκκλησία, ὁ δὲ Πέτρος ἐν συνεδρίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ἐκφέρει τὴν ἑαυτοῦ γνώμην· ἦσαν δὲ συνεδριάζοντες οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι σὺν πάσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ. Τότε ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν... γράψαντες διὰ χειρὸς αὐτῶν τάδε· «οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κυλικίαν ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν κτλ.» (Πράξ. ιε´ 1-29).

Ἐν ταῖς Πράξεσιν οὐδαμοῦ φαίνεται ἢ ὑποδηλοῦται τὸ πρωτεῖον τοῦ Πέτρου. Οὐδεὶς τῶν ἀποστόλων ἀποδίδωσιν αὐτῷ πρωτεῖα ἢ ἕτερόν τι, μαρτυροῦν ὑπεροχὴν ἢ ἀρχήν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀποχωριζόμενος τῶν Ἐφεσίων καὶ ἀποχαιρετῶν αὐτοὺς ἔλεγεν αὐτοῖς: «Καὶ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν» (Πράξ. κ´ 32). Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦτο ὁ ἑνωτικὸς δεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας, φρονοῦμεν ὅτι ὤφειλεν ὁ Παῦλος νὰ γνωρίση τοῦτο τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Ἐφεσίων, ὅπως μὴ ἐξ ἀγνοίας ἀθετήσῃ αὐτῷ ὑποταγήν· ἀλλὰ πρὸς ποίαν τοῦ Πέτρου Ἐκκλησίαν ὤφειλε νὰ συστήση αὐτοῖς ὑποταγήν, ὁ Παῦλος ὅμως ἐσιώπησε καὶ οὐδεμίαν ἐποιήσατο τοῖς Ἐφεσίοις σύστασιν, ἀφοῦ μάλιστα ῥητῶς εἶπεν αὐτοῖς· «οὐ γὰρ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν πᾶσαν τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ» (στίχ. 27)· ὥστε οὐδὲν ἀπέκρυψεν ἢ ἀπεσιώπησεν, ἀλλὰ πᾶσαν ἀνήγγειλεν αὐτοῖς τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ· καὶ ἐν ᾧ πᾶσαν ἀνήγγειλε τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀνήγγειλε καὶ τὴν πρὸς τὸν Πέτρον ὑποταγὴν ἑαυτοῦ, ὥστε δῆλον ὅτι ἡ ὑποταγὴ αὕτη δὲν εἶναι ἐντολὴ τῆς θείας βουλῆς.

Μαρτυρίαι ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων

Ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς τοῦ ἀποστόλου Παύλου οὐδὲν ἴχνος τοῦ πρωτείου τοῦ Πέτρου ἐμφαίνεται. Ἐν αὐταῖς ἀναπτύσσονται μετὰ θείας χάριτος καὶ δυνάμεως λόγου ἅπασαι αἱ σωτηριώδεις ἀλήθειαι τῆς ἀποκαλυφθείσης θείας πίστεως τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀλλ᾿ οὐδαμοῦ γίνεται ὑπαινιγμὸς τὶς περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ Πέτρου. Ἐν αὐταῖς πολλάκις λόγον ποιεῖται ὁ Παῦλος περὶ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ συνδέσμου αὐτῆς, περὶ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾿ οὐδέποτε μνημονεύει τοῦ Πέτρου ὡς συνεκτικοῦ δεσμοῦ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ οὐ μόνον οὐ μνημονεύει, ἀλλὰ καὶ ἐλέγχει τοὺς Κορινθίους ὡς σαρκικούς, διακρινομένους εἰς μαθητὰς τοῦ Παύλου, τοῦ Ἀπολλῶ, τοῦ Κηφᾶ (Πέτρου) λέγων: «Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; Ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;» καὶ διδάσκει αὐτοὺς ὅτι κέντρον ἑνότητος καὶ θεμέλιος λίθος τῆς Ἐκκλησίας ἐστὶν ὁ σταυρωθεὶς ὑπὲρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὃς ἐγεννήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις, ἵνα καθὼς γέγραπται· «ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω»· καὶ προστίθησι· «τὶς οὖν ἐστὶ Παῦλος, τὶς δὲ Ἀπολλῶς ἀλλ᾿ ἢ διάκονοι Θεοῦ». Ὥστε καὶ τὸν Πέτρον ὡς διάκονον Θεοῦ καὶ οὐδὲν πλέον θεωρεῖ, τὴν δὲ Ἐκκλησίαν Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομήν· ἕκαστος δὲ οἰκοδομεῖ κατὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ χάριν· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὃς ἐστὶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Α´ Κορινθ. κεφ. α, γ).

Ἐν τῇ πρὸς Ἐφεσίους ὁ Παῦλος γράφει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐστὶν ᾠκοδομημένη ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ, ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν πνεύματι (β´ 18-22)· ὥστε ἡ ἑνότης εἶναι ἐνδεδειγμένη ποὺ κεῖται.

Ἐπίσης ἐν ταῖς καθολικαῖς ἐπιστολαῖς τοῦ Πέτρου, Ἰακώβου, Ἰούδα καὶ Ἰωάννου οὐδαμοῦ φαίνεται νὰ συνίσταται τὸ πρωτεῖον τοῦ Πέτρου ~ ἡ ἡγεμονία αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς o ἑνωτικὸς δεσμὸς τῶν Ἐκκλησιῶν· τουναντίον ὡς ἑνωτικὸν δεσμὸν θεωροῦσι τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀλήθειαν, αἴτινες στηρίζουσι τὴν κοινωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Μαρτυρίαι περὶ τοῦ ἑνωτικοῦ δεσμοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν ἐκ τῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας

Ἐν τοῖς συγγράμμασι τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων οὐδὲν ἀπαντᾷ περὶ τοῦ πρωτείου καὶ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Πέτρου ὡς ἑνωτικοῦ δεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἐν αὐτοῖς διαπνέον πνεῦμα περὶ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ αὐτὸ τῷ πνεύματι τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βαρνάβα γίνεται λόγος περὶ τῆς σχέσεως τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστόν, ὅστις ἐστὶν ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ Οἰκοδομήματος τῆς σωτηρίας (κεφ. στ´). Οἱ χριστιανοὶ εἰσὶ τέκνα τῆς ἀγάπης, τῆς συνδεούσης αὐτοὺς πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τῆς εἰρήνης. Ὁ νόμος τοῦ Κυρίου οὐδένα γινώσκει ζυγὸν ἀνάγκης, ἀλλ᾿ εἶναι νόμος τῆς ἐλευθερίας, ὥστε ἀγνοεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἡγεμονίας τοῦ Πέτρου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πρὸς τήρησιν τῆς μετὰ τοῦ Κυρίου ἑνότητος. Ὁ νόμος τοῦ Κυρίου εἶναι νόμος ἐλευθερίας καὶ οὐχὶ δουλείας καὶ οὐδένα γινώσκει ζυγὸν ἀνάγκης.

Ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς τοῦ Κλήμεντος Ῥώμης πρὸς Κορινθίους, ἐν αἷς πολλὰ διδάσκονται περὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, περὶ εἰρήνης καὶ περὶ ἱεραρχίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οὐδὲν ἀναφέρεται περὶ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Πέτρου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ περὶ τῆς κληρονομικῆς διαδοχῆς ταύτης εἰς αὐτὸν καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ὑποτάσσεσθαι αὐτῷ πρὸς τήρησιν τῆς μετὰ τοῦ Σωτῆρος ἑνότητος αὐτῶν. Τουναντίον μάλιστα ὁ ἱερὸς Κλήμης λέγει: «Ἢ οὐχὶ ἕνα Θεὸν ἔχομεν καὶ ἕνα Χριστόν; Καὶ ἓν Πνεῦμᾳ τῆς χάριτος, τὸ ἐκχυθὲν ἐφ᾿ ἡμᾶς; Καὶ μία κλῆσις ἐν Χριστῷ; Ἵνα τί διέλκωμεν καὶ διασπῶμεν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ στασιάζωμεν πρὸς τὸ σῶμα τὸ ἴδιον, καὶ εἰς τοιαύτην ἀπόνοιαν ἐρχόμεθα, ὥστε ἐπιλαθέσθαι ἡμᾶς, ὅτι μέλη ἐσμὲν ἀλλήλων;..» Φρονοῦμεν ὅτι o ἅγιος πατὴρ θὰ ἐποιεῖτο λόγον καὶ περὶ τῆς ἡγεμονίας αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐὰν ἀνεγνώριζεν ἑαυτῷ τοιαύτην.

Ἐν τῇ πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῇ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου ἀναγινώσκομεν: «Ὄντες λίθοι ναοῦ Θεοῦ Πατρός, ἡτοιμασμένοι εἰς οἰκοδομὴν Θεοῦ, ἀναφερόμενοι εἰς τὰ ὕψη διὰ τῆς μηχανῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐστὶ σταυρός, σχοινίῳ χρώμενοι τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· καὶ ἡ πίστις ἡμῶν, ἀγωγὸς ἡμῶν· καὶ ἡ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἀναφέρουσα εἰς Θεόν. Ἐστὲ οὖν καὶ σύνοδοι πάντες, θεοφόροι καὶ ναοφόροι, χριστοφόροι, ἁγνοφόροι».

Κατὰ τὸν ἅγιον Ἰγνάτιον ἀρχὴ τῆς ἑνότητος εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τὸ ἀδιάκριτον (=ἀδιαχώριστον) ἡμῶν ζῆν, καὶ ἡ τοῦ Πατρὸς γνώμη, καθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι οἱ κατὰ τὰ πέρατα ὁρισθέντες ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ εἰσίν, ὥστε γνώμῃ Χριστοῦ ὠρίσθησαν οἱ κατὰ τὰ πέρατα ἐπίσκοποι καὶ οὐχὶ τοῦ Πέτρου· διατὶ ἤδη οἱ τούτων διάδοχοι ὀφείλουσι νὰ διορίζωνται γνώμῃ τοῦ διαδόχου του Πέτρου;

Ὁ Ἰγνάτιος ἐπαινεῖ τὸ τῶν Ἐφεσίων πρεσβυτέριον, ὅτι συνήρμοσται τῷ ἐπισκόπῳ ὡς χορδαὶ κιθάρᾳ· διὰ τοῦτο ἐν τῇ ὁμονοίᾳ καὶ συμφώνῳ ἀγάπῃ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄδεται. Χρήσιμον ἐστὶν ἐν ἀμώμῳ ἑνότητι εἶναι, ἵνα καὶ Θεοῦ πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Ἡ Ἐκκλησία ἐστὶν ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Πατρί, ἵνα πάντα ἐν ἑνότητι σύμφωνον ᾗ. Ὁ Ἰγνάτιος τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκει ἐν τῇ ταυτότητι τῆς πίστεως, ἐν τῇ ἀμοιβαίᾳ ἀγάπῃ, ἐν τῇ συμφωνίᾳ τῆς γνώμης.

Ἐν τῇ πρὸς τὸν Πολύκαρπον ἐπίσκοπον Σμύρνης ἐπιστολῇ του ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος γράφει περὶ ἑνότητος τὰ ἑξῆς: «Τῆς ἑνώσεως φρόντιζε, ἣς οὐδὲν ἄμεινον· πάντας βάσταζε, ὡς καὶ σὲ Κύριος· πάντων τὰς νόσους βάσταζε, ὡς τέλειος ἀθλητής» (κεφ. α´).

Ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἰγνατίου νοοῦμεν ἄριστα ποίαν ἕνωσιν συμβουλεύει τῷ Πολυκάρπῳ ὁ ἅγιος Πατὴρ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἕνωσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ οὐχὶ μετὰ τῶν διαδόχων του Πέτρου, ἥτις οὐδαμόθεν ἐπιβάλλεται.

Ἐν τῇ πρὸς Μαγνησίους ἐπιστολῇ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἐπαινῶν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γράφει: «Ἄδω τὰς Ἐκκλησίας, ἐν αἷς ἕνωσιν εὔχομαι (=καυχῶμαι ὅτι εὑρίσκω) σαρκὸς καὶ πνεύματος Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ Κύριος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς καὶ πρῶτος ἐπίσκοπος καὶ μόνος φύσει ἀρχιερεύς· ὥστε ἕνωσις ἀληθῆς, ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ πρώτου καὶ μόνου φύσει ἀρχιερέως Χριστοῦ· οἱ τὴν ἕνωσιν ταύτην ἔχοντες ἀνάγκην ἑτέρας πρὸς σωτηρίαν οὐκ ἔχουσιν. Ἐν τῇ πρὸς Τραλλησίους ἐπιστολῇ τοῦ ὁ ἅγιος πατὴρ ἐπίσης οὐδὲν γράφει περὶ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Πέτρου.

Ἐν δὲ τῇ πρὸς Ῥωμαίους γράφων δὲν ἀναφέρεται πρὸς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ῥώμης, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εὔχεται, ἵνα τὴν ἑαυτοῦ ἐπισκοπὴν ἐπισκοπήσῃ μόνος ὁ Χριστός.

Ἐν τῇ συγγραφῇ τοῦ ἀποστολικοῦ πατρὸς Ἑρμᾶ «ὁ Ποιμήν» (Pastor) ἡ ἐκκλησία παραβάλλεται πρὸς μέγα Οἰκοδόμημα, πρὸς ὑψηλὸν πύργον, τεθεμελιωμένον ἐπὶ τοῦ παντοδυνάμου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ συντηρούμενον ὑπὸ τῆς ἀοράτου του Θεοῦ δυνάμεως· οὕτω δὲ ὁ ὅλος πύργος φαίνεται ὑπὸ ἑνὸς μόνου λίθου ἀποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Ἐν δὲ ταῖς παραβολαῖς αὐτοῦ (Similitudines), ἐν αἷς γίνεται λόγος περὶ ἐκκλησιαστικῆς πειθαρχίας, ἐπαναλαμβάνει ὅτι ὁ πύργος ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία, ἡ δὲ πύλη ἡ ἄγουσα εἰς αὐτὸν ἐστὶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δι᾿ ἣς μόνης ἐστι δυνατὴ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν εἴσοδος. «Οἱ πιστεύοντες εἰς Θεὸν διὰ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἔλαβον τὸ ἅγιον Πνεῦμα· ἰδού, ἔσται ἐν πνεῦμᾳ καὶ ἐν σῶμᾳ».

Καὶ ἐνταῦθα ἐπίσης οὐδένα λόγον ποιεῖται περὶ τοῦ ἐπισκόπου Ῥώμης ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑνωτικοῦ δεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ. Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ πρὸς Διόγνητον ἐπιστολῇ αὐτοῦ ὡς κέντρον ἑνωτικὸν θεωρεῖ μόνον τὸν λόγον, δι᾿ οὗ ἡ Ἐκκλησία πλουτίζεται καὶ θεία χάρις διαχέεται ἄφθονος εἰς τὸ πλήρωμα αὐτῆς (κεφ. ζ´ § ια´).

Τοιαύτη ἡ γνώμη τῶν ἀποστολικῶν πατέρων περὶ τοῦ κέντρου τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν, ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν Πνεῦμα τῆς ἁγίας γραφῆς.

Μαρτυρίαι τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν Κλήμεντος καὶ Ὠριγένους

Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, δίδων τὸν ὁρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας λέγει:Ἡ Ἐκκλησία ἐστὶ σύστημα καὶ πλῆθος ἀνθρώπων διοικουμένων ὑπὸ τοῦ θείου λόγου· πόλις ἀπολιόρκητος καὶ ἀκατάθλιπτος ὑπὸ πάσης τυραννίδος, ἐν ᾗ πληροῦται τὸ θεῖον θέλημα· ὡς γὰρ τὸ θέλημα αὐτοῦ (τοῦ Θεοῦ) ἔργον ἐστι, καὶ τοῦτο κόσμος ὀνομάζεται, οὕτω καὶ τὸ βούλημα αὐτοῦ ἀνθρώπου ἐστὶ σωτηρία, καὶ τοῦτο Ἐκκλησία καλεῖται (Παιδαγωγὸς α´ § 6 - Στρωμ. ζ´ 5). Ἡ Ἐκκλησία ἐστὶν ἡ μήτηρ ἅμα καὶ παρθένος καὶ νύμφη Χριστοῦ, ἡμεῖς δὲ ἐσμὲν μέλη Χριστοῦ (Στρ. γ´ 6). Βασιλικὴ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐστὶν ὁ Χριστὸς (Παιδ. α´) καὶ ἐπιφέρει: «Ἐκ τῶν εἰρημένων ἄρα φανερὸν οἴμαι γεγενήσθαι, μίαν εἶναι τὴν ἀληθῆ Ἐκκλησίαν, τὴν τῷ ὄντι ἀρχαίαν, εἰς ἣν οἱ κατὰ πρόθεσιν δίκαιοι ἐγκαταλέγονται· ἑνὸς γὰρ ὄντος τοῦ Θεοῦ καὶ ἑνός του Κυρίου, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἄκρως τίμιον κατὰ τὴν μόνωσιν ἐπαινεῖται, μίμημα ὃν τῆς ἀρχῆς τῆς μιᾶς· τῇ οὖν τοῦ ἑνὸς φύσει συγκληροῦται ἡ Ἐκκλησία ἡ μία. Κατὰ τὲ οὖν ὑπόστασιν, κατὰ τὲ ἐπίνοιαν, κατὰ τὲ ἀρχήν, κατὰ τὲ ἐξοχήν, μόνην εἶναι φαμὲν τὴν ἀρχαίαν καὶ καθολικὴν Ἐκκλησίαν εἰς ἑνότητα πίστεως, μιᾶς της κατὰ τὰς οἰκείας διαθήκας, μᾶλλον δὲ κατὰ τὴν διαθήκην, τὴν μίαν διαφόροις τοῖς χρόνοις, ἑνὸς τοῦ Θεοῦ τῷ βουλήματι δι᾿ ἑνὸς τοῦ Κυρίου συνάγουσιν τοὺς ἤδη κατατεταγμένους, οὓς προώρισεν ὁ Θεὸς δικαίους ἐσομένους, πρὸ καταβολῆς κόσμου ἐγνωκώς. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξοχὴ τῆς Ἐκκλησίας, καθάπερ ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως κατὰ τὴν μονάδα ἐστὶ πάντα τὰ ἄλλα ὑπερβάλλουσα καὶ μηδὲν ἔχουσα ὅμοιον ἢ ἴσον ἑαυτῇ» (Στρωμ. βιβλ. Ζ´, κεφ. ιζ´).

Ἐν τῇ θαυμασίᾳ ταύτη περιόδῳ, τῇ πλήρει βαθυτάτων ἐννοιῶν, διατυποῦται ἡ κατὰ τὸν τρίτον αἰῶνα διδασκαλία τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας. Πᾶσα ἄποψις τῆς ἑνότητος περιελήφθη ἐν αὐτῇ· ἰδέα, οὐσία, τιμὴ καὶ κατὰ πάσας ταύτας τὰς σχέσεις εἰς μόνος ἐστὶν ὁ Θεὸς καὶ εἰς ὁ Κύριος, ὁ τὴν ἑνότητα παριστῶν, ἐνεργῶν καὶ σῴζων καὶ ὁ παρέχων αὐτῇ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν τιμήν.

Ἡ αἰωνία ἀλήθεια τοῦ θείου λόγου καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἐν αὐτῇ ἐκπληρούμενον ὡς ἐν τῷ Οὐρανῷ, εἰσὶν οἱ ἀναγκαῖοι ὅροι τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς. Εἷς ἄνθρωπος, εἷς ἐπίσκοπος Ῥώμης, κατέχων τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ κέντρον τῆς ἑνότητος καὶ θέλων ἅμα νὰ εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὑπὸ τοῦ Κλήμεντος ὡς παράφρων.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/agios-nektarios/ecclesia-schisma.htm

Οι πρώτες Εικόνες της Θεοτόκου (Πόπης Χαλκιά – Στεφάνου)

 

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Χαίροις η μετά Θεόν Θεός 

τα δευτερεία της Θείας Τριάδος η έχουσα 

(Αγ. Ανδρέα Κρήτης ) 

 

Οι πρώτες Εικόνες της Θεοτόκου

 

Πόπης Χαλκιά – Στεφάνου 

 

Η πιο πολυύμνητη μορφή της Ορθοδοξίας είναι η της Υπεραγίας Θεοτόκου. Άπειροι Ύμνοι, Ακολουθίες, Τροπάρια με απαραμίλλου μέλους μουσουργήματα έχουν γραφεί για την Πανανθρώπινη Μητέρα του Φωτός. Η γλυκυτάτη και σεπτή μορφή Της αποτελεί τις πιο προσφιλείς ιστορήσεις των αγιογράφων με εκπάγλου ωραιότητος καλλιτεχνήματα. 

 

Παμμέγιστη υπήρξε η επίδραση της τιμής προς την Θεοτόκου στη Τέχνη συνολικά, στη Λογοτεχνία, στις Εικαστικές τέχνες, στη Μουσική, που ενέπνευσε τους καλλιτέχνες όλων των εποχών και όλων των χωρών σε αριστουργήματα του λόγου, του χρωστήρα, της σμίλης, του τόνου. Ιδιαίτερα στη Ζωγραφική αναρίθμητοι είναι οι τεχνίτες και οι καλλιτέχνες, που εμπνεύσθηκαν από τη Θεία Μορφή Της. Κατά την Παράδοση της Εκκλησίας πρώτος ο Ευαγγελιστής Λουκάς «εποίησεν Εικόνα της Θεοτόκου» και ιστόρησε τις πρώτες Εικόνες της Θεομήτορος. Η άποψη, ωστόσο, αυτή έχει προκαλέσει σύγχυση μεταξύ των μελετητών των εικόνων αυτών, αφού κυκλοφορούν και αναπαράγονται απόψεις και γνώμες, μερικές φορές, εντελώς αβασάνιστα και ανεκμηρίωτα. 

Ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Σιώτης Μάρκος, που έχει ασχοληθεί με το θέμα αυτό στο έργο του, Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί Ιερών Εικόνων» γράφει «Η γραπτή πληροφορία αφορά εις την παράδοσιν της Εκκλησίας, κατά την οποίαν ο Ευαγγελιστής Λουκάς κατέλιπεν εικόνας τινάς της Παναγίας. Η παράδοσις αυτή είναι τόσον ισχυρά, ώστε να προβληματίζη σοβαρώς τους ερευνητάς της κατά πόσον ήτο δυνατόν να διατυπωθή μία τοιαύτη εκ-κλησιαστική παράδοσις άνευ πραγματικού ιστορικού υποβάθρου» ( 1990, ό.π., σελ. 47). 

Εξάλλου, ο Όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε επιστολή του προς τον αυτo-κράτορα Θεόφιλο μνημονεύει: «Και γάρ ο θεσπέσιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς του θείου και σεβάσμιου χαρακτήρα της Πανάγνου Θεομήτορος Μαρίας, έτι εν σαρκί αυτής ζώσης εν Ιερουσαλήμ, και τας διατριβάς ποιουμένης εν τη αγία, Σιών, ζωγραφικαίς μίξεσι τήν της πανάγνου στήλην εν πίναξι διεχάραξεν, ως εν κατόπτρω τη μετέπειτα γενεά καταλελοιπώς» ( Λόγος αποδεικτικός περί των Αγίων και Σεπτών Εικόνων, P.G. τόμ. 95, σελ. 321 και 349) και δέχεται απροκάλυπτα ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστόρησεν πρώτος τη μορφή της Θεοτόκου. 

Και ο Άγιος Νεκτάριος στο έργο του: «Μελέτη περί των Αγίων Εικόνων», προβληματιζόμενος κατά πόσον οι πρώτες Εικόνες της Παναμώμου Μαρίας είναι έργα του Ευαγγελιστού Λουκά γράφει: «Οι περί τα ζητήματα αυτά ασχολούμενοι λέγουσιν ότι δεν είναι έργα αυτού, διότι ο Λουκάς δεν υπήρξεν ζωγράφος και ουδεμίαν μαρτυρίαν αρχαίων ιστορικών έχομεν μαρτυρούσαν την ζωγραφικήν εμπειρίαν του Λουκά. Ο Απόστολος Παύλος καλεί αυτόν ιατρόν, αλλά ζωγράφον ουδέ ποτέ τις αυτόν εκάλεσε». Και συνεχίζει ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα, που από τους αντιφρονούντες αργότερα μελετητές του χρησιμοποιούνται, είναι πολύ ανίσχυρα για να αποκρούσουν κάθε αντίθετη άποψη, γιατί «στηρίζονται επί απλής υποθέσεως και ουχί ιστορικής μαρτυρίας», δεδομενου ότι ουδέποτε εγράφη από κάποιον ιστορικόν λεπτομερής βίος τού Ευαγγελιστού Λουκά, ώστε να είναι γνωστή η ιδιότητά του, δηλαδή τι εγνώριζε και τι αγνοούσε ο Ευαγγελιστής. Πιο κάτω όμως αναγράφει: «ουδ΄όλως δε θαυμαστόν να ηπίστατο την ζωγραφικήν, ως σπουδάσας εν Ελλάδι, εν ή η καλλιτεχνία ήτο μάθημα εκμανθανόμενον υπό των καλώς ηγμένων νέων». Και δεν αποκλείεται το ενδεχόμενον της ιδιαιτέρας κλίσεως «προς τας καλάς τέχνας να εκίνησε τον Λουκάν να εκμάθη την ζωγραφικήν ως ερασιτέχνης, προς τέρψιν απλήν και ουχί προς επάγγελμα». 

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο μόνος που παρέχει λίγες πληροφορίες για την Υπεραγία Θεοτόκο – σε αντίθεση από τους άλλους Ευαγγελιστές, Μάρκο, Ματθαίο και Ιωάννη, οι οποίοι δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Υιού Της και περιορίζονται μόνον σε φραστικές αναφορές για τη Θεομήτορα – όταν ετελείωσε τη ζωγραφική της Θείας Μορφής Της, επέδειξε την απεικόνιση αυτή στη Θεοτόκο κι εζήτησε τη γνώμη Της. Σύμφωνα με την Εκκλησιαστική Παράδοση η Πανάχραντη Μητέρα του Ιησού τού απήντησε, ότι ναι μεν χαίρεται, αλλά κάτι λείπει από την μητέρα. Λείπει το παιδί της! Καλόν θα είναι να ζωγραφίσει τη μητέρα με το παιδί στην αγκάλη της. 

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς με ευχαρίστηση υπάκουσε στην προτροπή Της. Έτσι, όταν τελείωσε τη ζωγραφική και την είδε η Θεοτόκος, τόσο πολύ χάρηκε, ώστε τού ευχήθηκε: «Η Χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη μεθ' υμών»(Ζιόμπολα Νεκταρίου Αρχιμ. Σαράντα Εικόνες της Παναγίας, σελ. 26). 

Η πρώτη αυτή Εικόνα της Θεομήτορος μετά τού παιδός Ιησού στη Θεία Αγκάλη Της, η ευλογημένη από την Πανάχραντη Μητέρα Του Θεού, απετέλεσε τη μήτρα, επάνω στην οποία στηρίχθηκαν όλες οι επόμενες απεικονίσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Εικόνα αυτή ονομάσθηκε Παναγία η Βρεφοκρατούσα. Η Παρθένος Μαρία εικονίζεται εδώ στην ηλικία της εποχής εκείνης, δηλαδή άνω των πενήντα ετών – αφού ένδεκα χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου, η Θεοτόκος εκλήθη από τον Ουράνιο Βασιλέα. Ο Ιησούς ιστορείται μικρός στην ηλικία, αλλά με χαρακτηριστικά ωρίμου ανδρός και όχι με εκείνα κανονικού βρέφους. 

Την άποψη ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς εμερίμνησε για την ζωγραφική απόδοση της πρώτης Εικόνας της Θεομήτορος αποδέχεται και ο Καθηγητής Ακαδημαϊκός Μάρκος Σιώτης. Στο προαναφερθέν μάλιστα έργο του αναφέρει ότι και «ο Συμεών ο Μεταφραστής χαρακτηρίζει τας εικόνας ταύτας του Ευαγγελιστού Λουκά» ως «φιλίας θερμότατης τεκμήριον» μετά της Θεοτόκου»· γεγονός που σημαίνει ότι «η μακραίωνη παράδοσις της αρχαίας Εκκλησίας αναγνώριζε την μετά της Θεοτόκου σύναψιν στενών προσωπικών σχέσεων σεβασμού, τιμής και αγάπης του Λουκά». Και όπως διαφαίνεται οι στενές προσωπικές σχέσεις του Ευαγγελιστού με την Θεοτόκο Μαρία συνήφθηκαν κατά τη διετή και περισσότερο παραμονή του στην Παλαιστίνη, όταν ο διδάσκαλος και στενός του συνεργάτης Απόστολος Παύλος ευρισκόταν δέσμιος στη φυλακή της Παλαιστίνης (58-60 μ.Χ.), περιμένοντας τη μεταφορά του στη Ρώμη, για να δικασθεί. ( Πράξ. 25,11). Στο διάστημα αυτό ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που τακτικά εκινείτο μεταξύ Καισαρείας και Ιεροσολύμων, ερχόταν σε περισσότερη επικοινωνία με τη Θεομήτορα. 

Από την πρώτη εκείνη Εικόνα του Ευαγγελιστού Λουκά προέκυψαν με την πάροδο του χρόνου και άλλα αντίγραφα. Οι γνωστές σήμερα Εικόνες της Θεομήτορος, που αποδίδονται στον Θείον Ευαγγελιστή Λουκά είναι της Παναγίας Σουμελά, της Μονής Κύκκου στην Κύπρο και της Μονής Μ. Σπηλαίου στα Καλάβρυτα. Και στις τρεις Εικόνες «κατά το πλείστον καταστραφείσας» η Θεοτόκος ιστορείται «μετά του παιδός Ιησού Χριστού». (Σιώτου Μάρκου, ό.π., σελ. 51-52). 

Τελευταία αναφέρεται μία ακόμη Εικόνα της Θεοτόκου, ιστορημένη από τον Ευαγγελιστή Λουκά, η οποία ευρίσκεται στην «έν Ρίλνα της μικράς Ρωσίας». Την άποψη αυτή υποστηρίζει και ο Άγιος Νεκτάριος στο προαναφερθέν έργο Του που επιμελήθηκε κι εμπλουτίστηκε από τον Κωνσταντίνο Καβαρνό (Εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1997, σελ.103). 

Και βέβαια οι σημερινές Εικόνες της Παναγίας της Μονής Σουμελά, της Μονής Κύκκου και της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου είναι αναμφίβολα μεταγενέστερες, αφού έχουν παρέλθει τόσες εκατοντάδες χρόνια από την ιστόρησή τους· είναι όμως ακριβή αντίγραφα των πρώτων ιστορικών Εικόνων του Ευαγγελιστού Λουκά και επιπλέον ό,τι έχει απομείνει από την αρχική, ευρίσκεται συνδεδεμένο με το αντίγραφο. Οπωσδήποτε, πάντως, η Θεία Χάρη της αρχικής Εικόνας υπάρχει ασφαλώς και στο μετέπειτα αντίγραφό της, 

Παραδίδεται ακόμη, κάπως αόριστα όμως, ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστόρησε μετά τις πρώτες Εικόνες της Θεοτόκου και άλλες εβδομήκοντα. Εάν όμως τούτο ήταν αληθές θα έπρεπε οι Εικόνες αυτές να ήταν της ίδιας τεχνοτροπίας και να μην ευρίσκονται σε καλή κατάσταση, όπως εκείνες οι πρώτες. Βέβαιον, πάντως, είναι ότι προέρχονται από άλλους σπουδαίους αγιογράφους, πολύ μεταγενεστέρων εποχών, ίσως και χιλίων ετών (Ζιόμπολα Νεκταρίου Αρχιμ., ό.π., σελ. 27). 

Την ύπαρξη μιας από τις πρώτες Εικόνες της Θεοτόκου μνημονεύει πρώτος ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Θεόδωρος ο Αναγνώστης(+527), που ήκμασε τον 6ον μ.Χ. αιώνα. Ο Θεόδωρος Αναγνώστης, αναφερόμενος σε παλαιότερη προφορική Παράδοση, ομιλεί για συγκεκριμένη Εικόνα της Παναγίας Μητέρας του Θεανθρώπου που εσώζετο ακόμη επί των ημερών του, και ήταν γνωστή στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ως ιστορηθείσα από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Την Εικόνα αυτή της Θεομήτορος έστειλε η σύζυγος του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) Ευδοξία ως ευλογία στη θυγατέρα της και σύζυγο του αυτοκράτορα Μαρκιανού (450-457) Πουλχερία, την οποία η ευσεβής αυτοκράτειρα αποθησαύρισε για προσκύνηση από όλους τους χριστιανούς στη Μονή των Οδηγών που ανήγειρε προς τιμήν τής Υπεραγίας Θεοτόκου. (Migne 86,165). Έκτοτε η Εικόνα αυτή έλαβε την επωνυμία Παναγία Οδηγήτρια. Ίσως εδώ να έχει την αφετηρία της η ονομασία η Εικόνα Παναγία η Οδηγήτρια, που μέχρι σήμερα κυκλοφορεί από τους αγιογράφους σε διάφορες παραλλαγές.

Παναγία η Οδηγήτρια 

Εξάλλου, και αν ακόμη θεωρηθεί αμφίβολη η μαρτυρία του Συμεών του Μεταφραστού (Βίος του Λουκά § 6 Migne 115, 1136), που αποδίδει Εικόνα της Θεοτόκου, στον Ευαγγελιστή Λουκά, το Μηνολόγιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, που ανάγεται στο 980 μ.Χ. περίπου, παρουσιάζει τον Λουκά ως ζωγράφο της Εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου· και βέβαια παλαιότερα, τον 6ον αιώνα, ο Θεόδωρος ο Αναγνώστης (+527) αναφέρει ότι «την Εικόνα της Θεομήτορος, ήν ο Απόστολος Λουκάς καθιστόρησεν, έξ Ιεροσολύμων απέστειλεν» (Migne 86,165) στην αυτοκράτειρα Ευδοξία στην Κωνσταντινούπολη· δε μπορεί όμως να αναχθεί παλαιότερα, πέραν του 5ου αιώνα, δεδομένου ότι και ο Αυγουστίνος (354-430), που είχε πολλές σχέσεις με την Παλαιστίνη και ο Ιερώνυμος ( 342-420) που έμεινε για πολύ διάστημα στην πόλη αυτή, αγνοούν το πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας (neque novimus faciem virginis Mariae), όπως και ότι υπήρχε Εικόνα της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ. 

Την Εικόνα της Παναγίας των Οδηγών, που εθεωρείτο ιερόν Παλλάδιον της Βασιλεύουσας, περιέφεραν οι χριστιανοί κατά τις τελετές, τις λιτανεύσεις και τις μάχες με πολλή ευσέβεια και δεν παρέλειπαν κάθε Τρίτη ημέρα της εβδομάδος να περιφέρουν την Εικόνα «ως ιερόν φυλακτήριον τω περιβόλω της Πόλεως, στηριζομένη επάνω στους ώμους των θεραπόντων Της». Το έτος 1204 μετά την κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους μεταφέρθηκε στη Βενετία Στην πληροφορία αυτή αναφέρεται και ο Π. Ν. Τρεμπέλας στο έργο του «Υπόμνημα εις το κατά Λουκά Ευαγγέλιον». (Εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων Η ΖΩΗ, Αθήναι 1992, σελ. 7). 

Μία άλλη εκδοχή, την οποία μνημονεύει ο Καθηγητής Μάρκος Σιώτης η Εικόνα αυτή της Παναγίας των Οδηγών - που κατά θαυματουργικό τρόπο, τον οποίον δε διασώζει η Παράδοση μεταφέρθηκε και πάλι στη Βσιλεύουσα ως ακαταμάχητον οχύρωμα της Πόλης-καταστράφηκε από τους γενιτσάρους κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το έτος 1453, οπότε και εχάθηκαν τα ίχνη της (ό.π., σελ. 48-49). 

Εξάλλου, στην Εκκλησία της Santa Maria Maggiore στην Ρώμη, στην Capella Praolina ευρίσκεται πολύ παλαιά Eικόνα της Θεομήτορος, που αποδίδεται στον Απόστολον κι Ευαγγελιστή Λουκά. Το ιστορικό της φθάνει πίσω μέχρι το 847. Δεν αποκλείεται όμως να είναι και παλαιότερη. Ίσως να αφορά την ίδια Εικόνα της Θεομήτορος. 

Οπωσδήποτε, πάντως, η Παράδοση του Ευαγγελιστού Λουκά ως ζωγράφου ενέχει ισχυρό ιστορικό στοιχείο αληθείας. Και τούτο, γιατί υπομιμνήσκει τη μεγάλη επίδραση, που άσκησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς στη χριστιανική τέχνη,«της οποίας εν πραγματική εννοία δύναται να κληθή ο ιδρυτής της»(Τρεμπέλα Π.Ν. ό π., σελ. 7) . 

Η Θεοτόκος στην εικονογραφία 

Το σεπτό πρόσωπο της Θεοτόκου είναι το προσφιλέστερο στην εικονογραφία. Η Παρθένος Μαρία είναι η «αγιωτέρα απάντων των Αγίων» και «υπερτέρα και αυτών ακόμη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ». Από τον ποιητή του Ακαθίστου Ύμνου υμνείται ως «Αγία των Αγίων μείζων»

Στην Ορθόδοξη τέχνη δεν είναι απλώς «αγία», αλλά εξαιτίας της μοναδικότητος του μυστηρίου, το οποίον Τής απεκαλύφθη, κατέστη η«Παναγία». Η παναγιότητα αυτή της Θεοτόκου Μαρίας ιστορείται με ζηλευτή ευλάβεια από την Ορθόδοξο τέχνη, η οποία καθιερώνει και εδραιώνει την απεικόνιση της Θεοτόκου ως «Παναγίας» και «Υπεραγίας», για να εξάρει τη δογματική διδασκαλία, όσον αφορά το πρόσωπο της Θεομήτορος σε σχέση με το μέγα γεγονός της Σαρκώσεως του Θείου Λόγου και τη μέσω αυτού σωτηρία του κόσμου. 

Η Ορθόδοξη τέχνη προσπαθεί με την Αγία Μορφή της Θεομήτορος να υποδείξει το «δόγμα της σαρκώσεως του Υιού του Θεού» και όχι απλά να εμφανίσει την άδολη και σεμνή παρθένο της Ναζαρέτ πριν ακόμη επέλθει επ’αυτής το Άγιον Πνεύμα και καταστεί η Παρθένος Μήτηρ, συγχρόνως δε και«όντως Θεοτόκος»

Έτσι, μολονότι η απεικόνιση της Παρθένου Μαρίας είναι πολύ παλαιά στη χριστιανική τέχνη με τις πρώτες γνωστές παραστάσεις στις τοιχογραφίες των ρωμαϊκών κατακομβών, εντούτοις μετά τη Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.), κατά την οποία η Παρθένος Μαρία ανεκηρύχθη «όντως Θεοτόκος», αναπτύσσεται σταδιακά η Θεομητορική εικονογραφία. 

Η απαράμιλλη λατρεία στο πρόσωπο της Αειπαρθένου Μαρίας ενέπνευσε τους αγιογράφους όλων των μετά Χριστού εποχών σε κορυφαία αριστουργήματα τέχνης. Στη ζωγραφική ιδιαίτερα μια αναρίθμητη σειρά καλλιτεχνών εμπνεύσθηκαν από την Ιερή Μορφή της Θεοτόκου, που σύμφωνα με την Παράδοση πρώτος ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστόρησε και κατόπιν ακολούθησαν μεμονωμένες παραστάσεις της Θεομήτορος στις κατακόμβες· και μετέπειτα στις βυζαντινές Εικόνες και τοιχογραφίες εδημιούργησαν αριστοτεχνικά κι επιδέξια την Ορθόδοξη, τη βυζαντινή τέχνη. 

Αναφέρεται ότι όσοι είχαν γνωρίσει τον Ιησού Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο κατά την επίγεια ζωή Τους, έδιναν πάντα σχετικές πληροφορίες, σε εκείνους που ήθελαν να γνωρίζουν περισσότερα. Με αυτές τις πληροφορίες δημιουργήθηκε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας από πολύ ενωρίς μία συγκεκριμένη παράδοση όσον αφορά στα χαρακτηριστικά του προσώπου, τα μέλη του σώματος και γενικά στην όλη εμφάνιση των Θείων Μορφών του Ιησού και της Θεομήτορος. 

Τις περιγραφές αυτές διέσωσαν πολλοί ιστορικοί και συγγραφείς. Ευνόητο επομένως είναι η παράδοση αυτή να παρουσιάζει κάποιες παραλλαγές, όχι μόνο, επειδή για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν προφορικές, αλλά και επειδή τα διάφορα περιστατικά αναφέρονται σε διάφορες ηλικίες και φάσεις στη ζωή των εικονιζομένων προσώπων. 

Στο πρόσωπο της Θεοτόκου εξεικονίζονται οι δογματικές παραστάσεις της Ορθοδόξου Πίστεως και παράλληλα συνοψίζονται πολλοί συμβολισμοί· δεν είναι μόνον το αρχέτυπον της Μητέρας του Θεανθρώπου, αλλά ταυτόχρονα εξεικονίζει ιδιαίτερες θεολογικές, ιστορικές και τοπικές σηματοδοτήσεις Η Ορθόδοξη εικονογραφία παριστάνει τη Θεομήτορα, όχι απλά σαν ένα τύπο γυναίκας με φυσική ωραιότητα, αλλά ως μία μορφή που εμφανίζει αισθητά την παναγιότητα, η οποία Τής εδωρήθη από τον Κύριον∙ και που ανάγεται στο Μυστήριον της Σαρκώσεως του Λόγου του Θεού. Με την απεικόνιση της πάνσεπτης Μητέρας του Θεού η Ορθόδοξη εικονογραφία επιθυμεί: «να αποδείξη το δόγμα της σαρκώσεως και όχι απλώς να εμφανίση ημίν την απλήν Παρθένο από τη Ναζαρέτ, πριν επέλθη επ΄αυτής Πνεύμα Άγιον και Δυνάμις Υψίστου επισκιάση αυτήν» (Λουκ.α΄35) και καταστή ούτως «Η Παρθένος άμα δε και η όντως Θεοτόκος» (Καλοκύρη Κ. Δ. στη Θ.Η.Ε., τόμ. 5, σελ. 376). 

Η Θεογεννήτωρ Μαρία στην Ορθόδοξη αγιογραφία ιστορείται κατά τον Θεόδοτον Επίσκοπον Αγκύρας (Ε΄αιώνας) ως «περιβεβλημένη την Θείαν Χάριν τοις όμμασιν αγιολαμπής». Έτσι, με την Χάριν, που «εύρε παρά τώ Θεώ»(Λουκ.α΄31) «έτεκεν τον Σωτήρα του κόσμου» και έλαβε η μόνη από όλον τον γυναικείο πληθυσμό το θείο κάλλος· για τούτο στην Ορθόδοξη εικονογραφία ιστορείται ως «η μόνη άμωμος έν γυναιξί και καλή»

Επειδή όμως στον καθαρά δογματικού και θεολογικού περιεχομένου βασικό εικονογραφικό τύπο της Παρθένου Μαρίας δεν υπάρχουν καλλιτεχικά πρότυπα, η Ορθόδοξη αγιογραφία εδημιούργησε έναν ιδεώδη τύπο απεικόνισης της Θεοτόκου, ο οποίος με την έξαρση και τον τονισμό των χαρακτηριστικών της Θεομήτορος, διαφοροποιείται από τις γυναικείες φυσιογνωμίες της καθημερινής ζωής και εμπνέει την ιδέα της υπερβατικής πραγματικότητας, στην οποία η Θεία Μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου ευρίσκεται. 

Για τη μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Επιφάνιος ο Αγιοπολίτης στο βιβλίο του με τον τίτλο «Εις τον βίον της Υπεραγίας Θεοτόκου» γράφει: «Το ήθος αυτής ήν τοσούτον σεμνή κατά πάντα και ολιγόλογος, ταχυπήκοος, ευπροσήγορος (ο καταδεκτικός, ο φιλικός), απαρρησίαστος (ο συνεσταλμένος, ο προσεκτικός) προς πάντα άνθρωπον, αγέλαστος (ο σοβαρός άνθρωπος), ατάραχος, αόργητος (ο μη οργιζόμενος), ευπροσκύνητος (ο εύκολος προσκυνών, ο γονατίζων), τιμητική, τιμώσα και προσκυνούσα πάντα άνθρωπον ώστε θαυμάζειν άπαντας εις την σύνεσιν και την λαλιάν αυτής την ηλικίαν (ανάστημα) μεση· τινές δέ φασιν αυτήν πλέον έχειν του μέσον∙ σιτόχρους, ξανθόθριξ, ξανθόμματος, ευόφθαλμος (ο έχων μεγάλους και ωραίους οφθαλμούς) μελανόφρων, επίρρινος (ο έχων μεγάλην ρίνα) μακρόχειρ, μακροδάκτυλος, μακροπρόσωπος, χάριτος θείας και ωραιότητος πεπληρωμένη· άτυφος (ταπεινόφρων, ο έχων ταπεινόν φρόνημα), ασχημάτιστος, (ο ανεπιτήδευτος, ο μη καλλωπιζόμενος), άβλακος (νοήμων), ταπείνωσιν υπερβάλλουσα έχουσα∙ διό και επέβλεψεν επ’ αυτήν ο Θεός, ως αυτη έφη μεγαλύνουσα τον Κύριον (Λουκ. α΄46)· ιμάτια αυτόχροα αγαπώσα και φορούσα· και μαρτυρεί το άγιον μαφόριον αυτής∙ ενήθεν δε τα των ερίων, ήγουν τα του ναού του Κυρίου· και ετρέφετο εκ του ναού του Κυρίου· καρτερούσα ταις προσευχαίς και τη αναγνώσει, και τη νηστεία, και τω εργοχείρω και πάση αρετή∙ ως τη ποικιλία των έργων, και τη καταστάσει, πολλών γυναικών γενέσθαι την όντως αγίαν Μαρίαν» (P.G., τόμ.120, σελ.122,3) . 

Με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, τους μεγάλος οφθαλμούς και τη μεγάλη ρίνα, το μικρό στόμα, το ωραίο περίγραμμα του προσώπου, τη γλυκύτητα στην έκφραση του βλέμματος, την ιλαρότητα στην όψη και σε ολόκληρη τη μορφολογία του προσώπου η Ορθόδοξη αγιογραφία επέτυχε να αποδώσει τη χαριτόβρυτο αγιότητα της Θεομήτορος∙ και καθιέρωσε τον τύπο της Βυζαντινής Παναγιάς, τύπο στον οποίο κάθε χριστιανός από οποιοδήποτε δόγμα διαβλέπει, όχι ένα φυσικό πρόσωπο, αλλά την ιερότητα της θείας μορφής και το κάλλος, το οποίον «ούκ εστιν εκ του κόσμου τούτου»· αφού η βυζαντινή εικονογραφία είναι τέχνη, που ενδιαφέρεται για τα πνευματικά ιδεώδη για την υπερβατική πραγματικότητα. 

Τη ζωγραφική της Εικόνας στη βυζαντινή αγιογραφία δεν την ενδιαφέρει το σώμα με τη ψιλή, τη γυμνή «σωματική» έννοια, αφού δεν είναι απλό βιολογικό σώμα, εστερημένον της Θείας Χάριτος, αλλά «ναός του Αγίου Πνεύματος». Εδώ το σώμα, μολονότι διατηρεί τους φυσικούς μορφολογικούς του χαρακτήρες, οι οποίοι όμως δεν αποδίδονται με την αυστηρή φυσιοκρατική αλήθεια, εξευγενίζεται και ανυψώνεται στην άλλη πραγματικότητα. Έτσι, το ρεαλιστικό στοιχείο δεν αποτελεί ως προς την απόδοση πιστή μίμηση ζώντων προτύπων της φυσικής πραγματικότητας, αλλά με την ένταξή του στον υπερβατικό χώρο, το σώμα που εξιδανικεύεται, μεταποιείται σε στοιχείο υψηλής έκφρασης, της πρόγευσης της καινής κρίσης. Ο πιστός βέβαια έχει την αίσθηση του υλικού, αντιλαμβάνεται όμως ότι αυτή η ύλη μετασχηματίσθηκε και «ενεδύθη την αθανασίαν» (Α΄Κορ. ιε΄52-54, Θ.Η.Ε. τόμ. 5, σελ. 367).

 

Βυζαντινές Εικόνες της Θεοτόκου

Της Πόπης Χαλκιά-Στεφάνου

 

Το υπερύμνητο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου ύμνησε με το χρωστήρα του μία πλειάδα αγιογράφων της Ορθοδοξίας και ιστόρησε εκπάγλου ωραιότητας Εικόνες, άλλοτε παριστάνοντας την Αειπάρθενο Μαρία μόνη, χωρίς το μικρό Ιησού και άλλοτε κρατώντας στα γόνατα της το Μονογενές Της τέκνο.

 

Οι σπουδαιότερες Βυζαντινές Εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι:

 

1. Η Δεομένη. Η απεικόνιση της Θεοτόκου Δεομένης προέρχεται από το γνωστό τύπο των κατακομβών, ο οποίος στους χώρους αυτούς έγινε αρχικά το σύμβολο της δεομένης ψυχής. Εδώ η Παρθένος ιστορείται όρθια σε μετωπική απεικόνιση με υψωμένας τας Χείρας Της προς τον Ουρανό, σε στάση δεητική. Δέεται στον Παντοκράτορα υπέρ της Εκκλησίας, των πιστών χριστιανών και όλων των απογόνων του Αδάμ. Η απεικόνιση της Θεοτόκου Δεομένης παριστάνεται ακόμη και εστραμμένη πλαγίως προς τον Ιησού Χριστό, όπως στο Τρίμορφο του τέμπλου και στην παράσταση, τη λεγόμενη Θεοτόκος η Παράκλησις. Ο εικονογραφικός τύπος της Δεήσεως επικρατεί και έχει ευρεία διάδοση κυρίως στους βυζαντινούς χρόνους.

 

2. H Πλατυτέρα. Είναι επίσης πολύ προσφιλής ο τύπος αυτός στην Ορθόδοξη αγιογραφία. Την ονομασία της οφείλει στο Μεγαλυνάριον της Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, «την σην μήτραν θρόνον εποίησεν∙ και την σην γαστέρα πλατυτέρα των ουρανών απειργάσατο». Η Πλατυτέρα εικονίζεται συνήθως στο τεταρτοσφαίριον της κόγχης του Ιερού Βήματος, προφανώς συμβολικά, επειδή με τη σάρκωση του Λόγου του Θεού η Θεοτόκος κατέστη «η γέφυρα η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν»

 

Κατέστη «η κλίμαξ επουράνιος, δι' ής κατέβη ο Θεός», και στο τεταρτημόριον της κόγχης που έχει τη μορφή της φάτνης – Πλατυτέρας η οποία εχώρεσε τον κόσμον όλον· ούτω έλαμψεν η χαρά στον κόσμον Για τούτο σε κάποιους ναούς επιγράφεται Η Πάντων Χαρά.

 

Η Πλατυτέρα εικονίζεται συνήθως ολόσωμη, όρθια σε μετωπική απόδοση με το Θείο Βρέφος στην μητρική Της αγκάλη· άλλοτε πάλι ημίσωμη, αλλά πάντοτε κατ’ ενώπιον, με τάς Χείρας εκτεταμένας κατά τον τύπο της Δεομένης· μπροστά στο στήθος ενίοτε φέρει μετάλλιον, όπου ιστορείται ο Χριστός ως Εμμανουήλ, νέος και αγένιος. Η απεικόνιση αυτή αποτελεί το γνωστό τύπο της Παναγίας της Βλαχερνιώτισσας, η οποία έλαβε το όνομα αυτό από την Εικόνα, που ιδιαιτέρως ετιμάτο στον Ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.

 

Άλλοτε πάλι εικονίζεται ολόσωμη, καθημένη επί θρόνου αυστηρή και αλύγιστη κρατούσα τον Ιησού παιδίον στα γόνατά Της. Αλλά και η ένθρονος Βρεφοκρατούσα είναι επίσης παλαιός τύπος.

3. Η Οδηγήτρια. Ο εικονογραφικός τύπους της Παναγίας της Οδηγήτριας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στην Ορθόδοξη τέχνη. Εδώ η Θεοτόκος εικονίζεται κατά το άνω ήμισυ, Βρεφοκρατούσα με ελαφρώς εστραμμένο τον κορμόν προς τα αριστερά, όπου κρατεί με τη αριστερή Χείρα τον Ιησού Βρέφος (Αριστεροκρατούσα), ενώ υψώνει τη δεξιά εμπρός στο στήθος Της. Την ονομασία της έλαβε από την Εικόνα που εφυλάσσετο στη Μονή Οδηγών στην Κωνσταντινούπολη και η Οποία κατά την Παράδοση ιστορήθηκε από τον ευλογημένο χρωστήρα του Ευαγγελιστού Λουκά. 

Η Εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, που εθεωρείτο Ιερόν Παλλάδιον, ελιτανεύετο κατά τις τελετές και τις εορτές και κατά τις μάχες περιεφέρετο ανάμεσα στο στράτευμα· ενώ κάθε Τρίτη ημέρα της εβδομάδος περιεφέρετο ανά την Πόλη, στηριζομένη επάνω των πιστών χριστιανών. Η ίδια εικόνα απέτρεψε τους εχθρούς της αυτοκρατορίας κατά τον ΙΒ' αιώνα και την έθεσε επικεφαλής του θριάμβου του ο Μιχαήλ ο Παλαιολόγος κατά την είσοδό του με την ανακατάλυψη της Βασιλεύουσας από τους Βυζαντινούς το 1261. 

Στον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας της Οδηγήτριας η Θεοτόκος φέρει υψηλόφρονα έκφραση και ελαφρύ μειδίαμα, σαν να σηματοδοτεί τη νίκη και τη δόξα, είναι η Θεοτόκος της νίκης και της δόξας. Ο Τύπος αυτός εμφανίζει αργότερα και την παραλλαγή της Παναγίας της Δεξιοκρατούσας. Τον ίδιο τύπο ακολουθούν και οι λεγόμενες αχειροποίητες Εικόνες της Θεομήτορος, για τις οποίες η πρώτη αναφορά γίνεται τον 6ον μ. Χ. αιώνα με την αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία έστειλε την Εικόνα αυτή στη θυγατέρα της Πουλχερία. Ιδιαίτερη επίδραση είχε ο τύπος αυτός στη Δύση.

Στον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας της Οδηγήτριας ανήκουν και άλλες απεικονίσεις της Θεοτόκου με κάποιες παραλλαγές :

α) Ρόδον το Αμάραντον. Εδώ η Θεοτόκος εικονίζεται στο μέσον μεγάλου ρόδου. Φέρει βασιλική ενδυμασία και χρυσοποίκιλτο στέμμα στην κεφαλή. Στη μία Χείρα κρατεί τον Ιησού Χριστό, ενδεδυμένον με αρχιερατικά άμφια και στην άλλη ρόδον, με το οποίο συμβολίζεται ο Θεάνθρωπος, που είναι το«αμάραντον ρόδον». Άγγελοι κρατούν ειλητό, που κατονομάζει την απεικόνιση «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα». Πηγή της ιστόρησης αυτής είναι ο Ακάθιστος Ύμνος και συγκεκριμένα το τρίτο Τροπάριον της α΄Ωδής του Κανόνος Ιωσήφ του Υμνογράφου. 

Θεματικά η απεικόνιση ανήκει στους τελευταίους χρόνους της εικονογραφίας, η οποία γίνεται περισσότερο γνωστή τον ΙΗ΄ αιώνα.

β) Η Θεοτόκος το «Άξιόν εστιν». Στο κέντρο εικονίζεται η Θεοτόκος η Βρεφοκρατούσα, που φέρει πολύπτυχο και πανέμορφο μαφόριο και επί της κεφαλής περίτεχνο με πολύτιμα πετράδια διάδημα, το οποίον Άγγελοι, μέσα στα νέφη ιπτάμενοι, κρατούν. Περίτεχνο διάδημα φέρει επίσης και ο μικρός Ιησούς. Γύρω από τη Θεία Μορφή της Θεομήτορος και του Ιησού σε εικονίδια ευρίσκονται τυπωμένες οι σφραγίδες των είκοσι Μονών του Ιερού Άθω, που δηλώνουν τη γενική τιμή, τον σεβασμό και την αγάπη όλων των μοναχών προς τη Θεομήτορα. 

Η απεικόνιση αυτή οφείλει την ονομασία της στο γνωστό Μεγαλυνάριον «Άξιόν εστιν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον». Κατά την Παράδοση τον Ύμνον αυτόν της Παρθένου, εδίδαξεν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τον Ι΄ αιώνα.

Λίγο υψηλότερα από τους Αγίους Αγγέλους εικονίζεται ο Θεός Πατήρ, που παρακολουθεί, χαίρει και επικροτεί με τας απλωμένας Χείρας Του τις κινήσεις των Αγίων Αγγέλων, δηλαδή τη στέψη της Θεοτόκου από τον Θεόν - Πατέρα. 

Η απεικόνιση αυτή αγαπήθηκε και αναπτύχθηκε πολύ στη Δύση.

4. Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα. Την ονομασία Γλυκοφιλούσα ο εικονογραφικός αυτός τύπος οφείλει στην τρυφερή εκδήλωση της Παρθένου Μαρίας προς το Μονογενές Της Τέκνο. Στην πραγματικότητα η Θεοτόκος δεν θωπεύει το Θείο Βρέφος. Δεν είναι ούτε θωπεύουσα, ούτε γλυκοφιλούσα, αλλά δέχεται τις θωπείες και τους ασπασμούς από το μικρό Ιησού – όπως κάθε νήπιον τελεί προς τη μητέρα Του – τον Οποίον φιλόστοργα κρατεί στην μητρική Της αγκάλη. και κλίνει την κεφαλή προς την παρειάν Του. Η Θεομήτωρ εδώ εικονίζεται σοβαρή, μελαγχολική με θλιβερό και λυπημένο βλέμμα. Ίσως να οραματίζεται το μελλοντικό δράμα που διαφαίνεται στο αγαπημένο Της Τέκνο, όπως και ο Άγιος Συμεών είχε προφητεύσει «σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β, 35)

Στο αυτόν εικονογραφικό τύπο ανήκει και η των τελευταίων χρόνων Εικόνα της Θεομήτορος, η επονομαζομένη Παναγία η Καρδιώτισσα, στην οποία η στοργική μητέρα εναγκαλίζεται με τρυφερότητα τον μικρό Υιό Της – ίσως γιατί διαισθάνεται τα μελλούμενα –που εγγίζει απαλά τα θεϊκά χείλη Του στην παρειά της Παναγίας Μητέρας Του.

5. Η Παναγία η Γαλακτοτροφούσα. Στον εδώ εικονογραφικό τύπο της Παναγίας της Γαλακοτροφούσας ο Ιησούς ζωγραφείται νήπιον, το Οποίον με εξαιρετική τρυφερότητα φέρει η Θεομήτωρ στη Θεία Αγκάλη Της και το Οποίον θηλάζει από τον μαστό της Αγίας Μητέρας Του. Τον τύπο της Εικόνας αυτής φαίνεται να ενέπνευσε το χωρίον του Ευαγγελιστού Λουκά «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (ια΄27). Ο τύπος αυτός έγινε γνωστός από τις κοπτικές τοιχογραφίες. 

Η απεικόνιση της Παναγίας της Γαλακοτροφούσας συναντάται τον Β' μ. Χ. αιώνα στις τοιχογραφίες της Ρώμης. Μεγάλη εξάπλωση έλαβε ο τύπος αυτός στη Δύση.

 

6. Η Παναγία του Πάθους (Η Αμόλυντος). Με λυπημένη, σχεδόν πένθιμη, έκφραση στην Αγία Μορφή Της εικονίζεται σε αυτό τον εικονογραφικό τύπο η Θεομήτωρ Πολύ πιο έντονα θλιμμένη από τους άλλους εικονογραφικούς τύπους. 

Σε αυτόν τον τύπο η Θεοτόκος ιστορείται συνήθως μόνον κατά το άνω ήμισυ σε μετωπική απεικόνιση. Με την αριστερή Της Χείρα βαστάζει «τον βαστάζοντα πάντα» Ιησού, παιδίον, ενώ με την δεξιά Της κρατεί και τα δύο χέρια του αγαπημένου Της σπλάχνου. Λίγο πιο ψηλά και αριστερά εικονίζεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ που κρατεί Σταυρόν, ενώ αντίστοιχα δεξιά ιστορείται ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ με τα σύμβολα του πάθους, τη λόγχη και τον σπόγγον.

Κάτω ακριβώς από τον Αρχάγγελον Γαβριήλ επίγραμμα ερμηνεύει τα σύμβολα αυτά· και παράλληλα είναι εμφανές και το δέος από την ανθρώπινη φύση του μικρού Ιησού «θνητή σάρκα ενδεδυμένον».

Ο αρχαιότερος τύπος της Παναγίας του Πάθους ευρίσκεται στην ολόσωμη Βρεφοκρατούσα της Μονή Αράκου Κύπρου.

7. Η Παναγία η Νικοποιός. Ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας της Νικοποιού ιστορείται με τη Μητέρα του Θεού ημίσωμη σε κατ’ενώπιον απεικόνιση, η Οποία κρατεί στη στοργική αγκάλη Της τον μικρό Ιησού. Η έκφρασή Της είναι αυστηρή και μεγαλοπρεπής Κατά την Παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. 

Η Εικόνα της Νικοποιού Παρθένου ετιμάτο ιδιαιτέρως στο Βυζάντιο, όπως και η Εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Εθεωρείτο Προστάτις του στρατού και του κράτους. Ήταν το ιερό σύμβολο της νίκης. Για τούτο πολλοί αυτόκράτορες εθεωρούσαν εξαιρετική ευλογία να φέρουν μαζί τους στις εκστρατείες τη θαυματουργή Εικόνα Της. 

Στην Υπέρμαχο Στρατηγό, στην Εικόνα της Νικοποιού Θεοτόκου, την Οποία ελιτάνευσε ο Πατριάρχης Σέργιος στα τείχη της Βασιλεύουσας και στη θεϊκή Της Δύναμη, απέδωσαν οι Βυζαντινοί τη νίκη, όταν ο αυτόκράτορας Ηράκλειος πολεμούσε το 626 εναντίον των Περσών, ενώ οι Άβαροι με αρχηγό τον Χαγάνο επολιόρκησαν τη Βασιλίδα των πόλεων. Τη σωτηρία παρέμβαση της Θεομήτορος επιβεβαιώνει, κατά τα σωζόμενα κείμενα, και ο αρχηγός των Αβάρων, που έβλεπε μια μυστηριώδη γυναίκα, την Παναγία της Νίκης να περιέρχεται τα τείχη. Στην Υπέρμαχο Στρατηγό η Πόλις «αναγράφει τα νικητήρια». Για τούτο ο Ακάθιστος Ύμνος είναι οι ευχαριστήριοι ύμνοι, που εψάλλησαν τότε προς τον Νικοποιό Παρθένον, στην Οποία οφείλει την ονομασία της η Εικόνα.

Και πάλι η Εικόνα της Νικοποιού Παρθένου, ανηρτημένη επί ιερού ξύλου κατατρόπωσε το 679 τις ορδές του χαλίφη Μωαβία, ο οποίος επολιόρκησε με τους Σαρακηνούς την Κωνσταντινούπολη· σε αναπάντεχη όμως τρικυμία κατεβυθίσθηκε ο στόλος τους στις ακτές της Παμφυλίας κι έτσι εγκατέλειψαν την πολιορκία· όπως και 717-718 προστάτεψε και έσωσε την Πόλη από την πολιορκία των Αράβων, καθώς και το 860 από εκείνη των Ρώσων.

Κι όταν οι εικονομάχοι (περίοδος εικονομαχίας 726-843) έρριξαν στη φωτιά όλες τις Εικόνες για να καούν, η Εικόνα της Παναγίας της Νικοποιού διεσώθη άκαυτη με θαύμα της Θεοτόκου και διαφυλάχθηκε από ευσεβή χριστιανό. Την Εικόνα της Νίκης ελιτάνευσε στην Κωνσταντινούπολη ο Ιωάννης Τσιμισκής (969-976), όταν επέστρεψε θρια-μβευτής το 971 από την εκστρατεία του κατά των Περσών.

Με την κατάληψη της Πόλης το 1204 από τους Σταυροφόρους η θαυματουργική Εικόνα της Παναγίας της Νικοποιού περιήλθε στα χέρια του πραίτορα Μαρίνου Ζένου, ο οποίος εγνώριζε τη θαυματουργή Δύναμη της «Προστάτιδας των Βυζαντινών». Έκτοτε εχάθηκαν τα ίχνη της σεπτής Εικόνας της Νίκης, κατά την συνήθεια πάντοτε των Δυτικών να αφαιρούν τα κειμήλια και τους θησαυρούς της Πίστεως και του πολιτισμού από την Ανατολή.

Ο Κωδινός (Εκδ. Βιέννης 69,315) αναφέρεται στη θαυματουργή Εικόνα του Νικοποιού στην Κωνσταντινούπολη. Η πολύ γνωστή Εικόνα της Παρθένου Νικοποιού, που ευρίσκεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας και ανάγεται στον ΙΒ' αιώνα, πιθανόν να είναι εκείνη της Κωνσταντινουπόλεως. Πάντως, η σημερινή Εικόνα της Νικοποιού Παρθένου που ευρίσκεται στο Βατικανό είναι παλαιό αντίγραφο του πρωτοτύπου.

8. Η Αγία Σκέπη. Όχι μόνον ο χρωστήρας των αγιογράφων ύμνησε με πολλές και διαφορετικές απεικονίσεις την Κυρία Θεοτόκο και Βασίλισσα του Ουρανού, αλλά και πολλοί Πατέρες και Υμνογράφοι μελώδησαν με την ποιητική τους γραφίδα. 

Στον Ακάθιστο Ύμνο η Θεοτόκος υμνείται,«Χαίρε σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης». Και στον Παρακλητικό Κανόνα«Χαίρε θεία σκέπη· χαίρε όπλου και τείχος απόρθητον». Από τους στίχους αυτούς εμπνεύσθηκε ο αγιογράφος και ιστόρησε την Εικόνα της Θεοτόκου, ίσως και ως συνέχεια της απωλεσθείσης εικόνας της Παναγίας της Νικοποιού. 

Η Αγία Σκέπη, η Οποία βρήκε μεγάλη διάδοση στην Ρωσία με τον τίτλο Ποκρόφ. Στον εικονογραφικό τύπο της Αγίας Σκέπης η Πανάχραντος Μητέρα του Κυρίου, και του κόσμου όλου, εικονίζεται ολόσωμη, εκτείνουσα ως σκέπη και προστασία των πιστών, το αγιασμένο Της μαφόριον. Άλλοτε πάλι υπεράνω της Θεοτόκου ιστορούνται δύο Άγγελοι που κρατούν απλωμένο το ιερό μαφόριο ή την Αγία Ζώνη της Θεομήτορος.

Η εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου θεσπίσθηκε στα χρόνια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄του Σοφού (865-912). Η τιμή της Εικόνας ανάγεται στο μεγάλο κίνδυνο που αντιμετώπιζε η Βασιλεύουσα από τους Αγαρηνούς. Στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών οι χριστιανοί της Πόλης προσεύχονται και αναπέμπουν δεήσεις και παρακλήσεις στην Υπέρμαχον Στρατηγό να τους απαλλάξει από τη φοβερή απειλή του εχθρού. Μαζί τους προσεύχεται και ο Όσιος Ανδρέας, ο επονομαζόμενος «δια Χριστόν σαλός», με τον υποτακτικόν του Επιφάνιο, πρόσωπα μεγάλης αρετής και αγνότητας. Ξαφνικά κατά τα μεσάνυκτα βλέπουν να εμφανίζεται στην Ωραία Πύλη μεγαλόπρεπη γυναίκα, συνοδευόμενη από λευκοφόρους Αγίους και Αγγέλους που ψάλλουν ύμνους. Και τότε με έκπληξή τους βλέπουν τη μεγαλόπρεπη γυναίκα, την Κυρία Θεοτόκο να γονατίζει και με δάκρυα στα μάτια να προσεύχεται στο Μονογενή Υιό Της για τους χριστιανούς που Την ικετεύουν. Έπειτα να βγάζει το αστραφτερό Της πέπλο από τη άχραντο κεφαλή Της και να το απλώνει σαν σκέπη επάνω από το εκκλησίασμα, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την προστασία και τη σκέπη Της.

Όταν οι Βυζαντινοί απαλλάχθηκαν από τον κίνδυνο «εώρτασαν την επ’ αυτών απλωθείσαν Ιερά Σκέπην» .

Στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, στο παρεκκλήσιo της Αγίας Σορού εφυλλάσοντο, η εσθήτα, ο πέπλος και μέρος της Αγίας Ζώνης της Θεομήτορος (Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, Έκδοσ. Ι. Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, 1999, σελ. 137).

Κατά τον Μ. Συναξαριστή της Εκκλησίας η εορτή της Αγίας Σκέπης ετιμάτο την 1ην Οκτωβρίου.

Αλλά όπως και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο πολλοί στρατιώτες και αξιωματικοί μαρτυρούν ότι σε ώρα μάχης, αλλά και σε άλλες στιγμές, έβλεπαν ζωηρότατα στον ουρανό τη σκέπη και την προστασία της Θεοτόκου, που χάρισε νικηφόρες μάχες στον ελληνικό στρατό στην Κορυτσά, στο Τεπελένι, στο Πόγραδετς. Άγρυπνη η Υπέρμαχος Στρατηγός ευλογούσε και προστάτευε τους πολεμιστές, και οδήγησε το ελληνικό στράτευμα στο αθάνατο έπος του 1940. Έτσι, η εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου μετατέθηκε με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του 1952 μετά από εισήγηση του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος και πανηγυρίζεται μαζί με την εθνική εορτή του ΟΧΙ στις 28 Οκτωβρίου, ως ευχαριστήρια εορτή για τη Θεία Προστασία της Θεομήτορος,

9. Η Θεοτόκος η Βασίλισσα. Απεικονίσεις της Θεοτόκου της Βασίλισσας των Ουρανών είναι γνωστές από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Εδώ η Θεομήτωρ φέρει βασιλική αλουργίδα και μαργαριτοκόσμητον διάδημα. Επί της αχράντου κεφαλής Της, όπως και σε κάποιες παραστάσεις της Δεήσεως. Κάθεται επί χρυσοποίκιλτου θρόνου και κρατεί στοργικά στα γόνατά Της τον μικρό Ιησού. Σε κάποιες παραστάσεις εικονίζονται δεξιά και αριστερά δύο Άγγελοι, που διακονούν την Κυρία Θεοτοκο. 

Είναι η «υψηλοτέρα των Ουρανών» (καθέδρα) και η «Κυρία των Αγγέλων». Ο εικονογραφικός τύπος της Θεοτόκου της Βασίλισσας επικρατεί στη Ρώμη τον ΣΤ΄ και Ζ΄ αιώνα και μετέπειτα τον Η΄ αιώνα. Ο τύπος αυτός εμπνέει κυρίως τους ζωγράφους της Δύσεως και μόνο στις μεταβυζαντινές Εικόνες της Θεομήτορος επανέρχεται το διάδημα.

 

Μελέτη περί του Αγίου Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου

Исследование о святой Голгофе и Святом Гробе Господнем

 
Μελέτη περί του Αγίου Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου
Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΟΛΓΟΘΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ*
Αρχιεπισκόπου Ιορδάνου Τ.Π. Θεμελή - Αγία Σιών, τεύχη Γ' - Δ' Ιεροσόλυμα 1928
Τα δημόσια Οικοδομήματα του Πασχαλίου Χρονικού εξηγήθηκαν εικαστικά (καλλιτεχνικά) από τον πατέρα Germer Durand.[1] Αυτός έκανε την υπόθεση ότι το τετράνυμφο θα είναι η πηγή του Σιλωάμ, η οποία έχει μνημονευθεί από τον προσκυνητή των Βορδιγάλλων ως «quadriporticus», δηλαδή ως τέσσερις περίστυλοι. 

Ασφαλώς, υπάρχει η βεβαίωση ότι ο Αυτοκράτορας στην περιοχή του Ιουδαϊκού ναού ανήγειρε ναό του Καπιτωλίου Διός και έστησε μέσα σε αυτόν ένα άγαλμά του.[2] Ο προσκυνητής των Βορδιγάλλων (333) λέει ότι είδε δύο αγάλματα του Αδριανού(;). Αυτή η άποψη αποδείχθηκε αργότερα λανθασμένη, αλλά πρόλαβε να παγιδεύσει και τον ίδιο τον Γερμανό καθηγητή της Βόννης Krafft, ο οποίος από την επιγραφή που υπήρχε συμπέρανε ότι η πύλη σε εκείνο το σημείο ήταν έργο του Αδριανού. Και ο A. Thierry κατά τον ίδιο τρόπο υποστήριξε ότι τα δύο αγάλματα είναι του Αδριανού.[3] 
Πολλοί θεωρούν ότι άδικα τα δύο αγάλματα αποδόθηκαν στον Αδριανό. Το ένα από αυτά τα δύο παριστάνει τον Αντωνίνο τον Ευσεβή, διότι από έξω από τον περίβολο του Haram-ech-Cherif προς τα δεξιά και απέναντι από την πύλη της κάτω πλευράς του El-Aksa φαίνεται στο τείχος επιγραφή, η οποία αποτελεί μέρος της βάσης του αγάλματος:
TITO AEL. HADRIANO
ANTONINO AVG. PIO
P. P. PONTIF. AVGVR.
D. D. 
Αυτή η επιγραφή σημαίνει: «προς τιμή του Αυτοκράτορα Καίσαρα Τίτου Αιλίου Αδριανού Αντωνίνου Αυγούστου του Ευσεβούς, Πατέρα της Πατρίδος, Ποντίφικα, Προφήτη με απόφαση των βουλευτών».[4] 
Από τους "θεούς", εκτός από τον Δία, λατρεύονταν ο Βάκχος, ο Σέραπις, οι Διόσκουροι και η Αφροδίτη. Δεν είναι, όμως, γνωστό πότε εισήχθη η λατρεία αυτών των θεών, αλλά είναι αναμφίβολο ότι αυτοί εδώ οι ναοί υπήρξαν πράγματι στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ευσέβιος λέει ότι στους Αγίους Τόπους ασεβείς άνδρες έστησαν άγαλμα στην Αφροδίτη, ενώ ο Νικητής Κωνσταντίνος στην επιστολή του προς τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων γράφει ότι στον ιερό τόπο υπήρχε απρεπέστατο άγαλμα. Τα ίδια επαναλαμβάνουν και οι ιστορικοί Σωκράτης, Σωζόμενος και Αλέξανδρος ο Μοναχός, χωρίς, όμως, να προσδιορίζουν το χρόνο της ίδρυσης αυτού του αγάλματος. Μόνο ο Ιερώνυμος γύρω στα 395[5] λέει ότι από τον Αδριανό μέχρι τον Κωνσταντίνο υπήρχε άγαλμα του Δία στον τόπο της Αναστάσεως και της Αφροδίτης πάνω στον Γολγοθά. Τελευταία ερευνήθηκε από το Αγγλικό Παλαιστινολογικό τύπο η άποψη ότι μετά την καταστροφή από τον Τίτο, οι ειδωλολάτρες στην Ιερουσαλήμ ανήγειραν ναό της Αστάρτης στη θέση του Παναγίου Τάφου.[6]
Για αυτό το γεγονός υπάρχει η ένσταση, την οποία τονίζει ο Crome και  άλλοι σε υπερβολικό βαθμό, ότι οι Ρωμαίοι ποτέ δεν ίδρυαν τους ναούς τους στους τόπους των θανατικών τους εκτελέσεων, τους οποίους η θρησκευτική συνείδηση θεωρεί ανόσιους και βέβηλους.[7]
Η αλήθεια είναι ότι ο τόπος του Γολγοθά δεν ήταν ούτε εκ φύσεως ούτε από το νόμο ένας τόπος θανατικών εκτελέσεων∙ απλά, εκεί συνέβη η σταύρωση του Χριστού και των ληστών. Έπειτα, όμως, όταν αυτή η τοποθεσία συμπεριλήφθηκε στην πόλη με τα νέα τείχη του Αδριανού, θεωρήθηκε ότι ήταν ιερή και από τους ίδιους τους ειδωλολάτρες, χωρίς να επηρεάσει τις προλήψεις τους το μεμονωμένο γεγονός της σταύρωσης. Εκτός από αυτό, ο Γολγοθάς, από τη σταύρωση του Κυρίου και εξής, δεν είναι πλέον φρικτό ξύλινο κατασκεύασμα των κακούργων. Εδώ, στον Γολγοθά, σβήνει η κάθε αμαρτία, πηγάζει η σωτηρία και γι' αυτό στη χριστιανική συνείδηση θεωρείται μεγαλοπρεπές και συγχρόνως σεμνό θυσιαστήριο. Αυτό που είναι σιχαμερό για τον ειδωλολάτρη και τον Ιουδαίο γίνεται ποθητό και τίμιο για τον Χριστιανό.[8] Γι' αυτό ο Γολγοθάς από τη στιγμή της σταύρωσης είναι ο πιο ιερός τόπος. Η αντιπάθεια, από την άλλη, των ειδωλολατρών προς τους χριστιανούς, κάλλιστα θα μπορούσε να εξηγήσει την ίδρυση ειδωλολατρικού ναού στον Γολγοθά. Και η ίδια η ιστορία μαρτυρεί τη μετατροπή των ειδωλολατρικών ναών σε εκκλησίες και των εκκλησιών σε τεμένη. Ο Ρουφίνος (345-410) λέει[9] ότι το άγαλμα της Αφροδίτης στήθηκε εκεί που σταυρώθηκε ο Ιησούς, ώστε οι χριστιανοί, οι οποίοι τιμούσαν αυτόν τον τόπο, αντί να αποδίδουν τη λατρεία στον Χριστό, να την αποδίδουν στην Αφροδίτη. Ο Παυλίνος από τη Νώλη (353-431) γράφοντας προς τον Σεβήρο[10] λέει ότι ο Αδριανός, επειδή ήθελε φανερά να σβήσει τη Χριστιανική πίστη με την εξαφάνιση των αγίων Τόπων, έστησε άγαλμα του Δία εκεί. Ο Σουλπίκιος Σεβήρος (363-420) αναφέρει ότι τα αγάλματα των δαιμόνων ήταν στο ναό, εκεί όπου ο Κύριος έζησε τα πάθη Του. Ο Αμβρόσιος (340) στον ψαλμό XLVII (47) αναφέρεται στον Γολγοθά λόγω του αγάλματος της Αφροδίτης «Venerarium»[11] που υπήρχε εκεί.
Την ύπαρξη τέτοιων ναών στο μέρος αυτό, εκτός από τις ιστορικές ενδείξεις που έχουν μνημονευθεί παραπάνω, πιστοποιεί και η νομισματική.[12] Άλλωστε και η ίδια η λέξη Γολγοθάς που συγγενεύει με το κοσμητικό επίθετο Calva  της Αφροδίτης υποδηλώνει κάποια παρόμοια σύνδεση με το Καπιτώλιο. Αυτή η λέξη παράγεται από το caput: κεφάλι και το Olus ή Tolus και σημαίνει κεφάλι του βασιλιά Όλου ή Τόλου που ανακαλύφθηκε στην κορυφή του Καπιτωλίνου λόφου στη Ρώμη, όταν τέθηκαν εκεί τα θεμέλια του ναού του Δία. Επομένως, και οι δύο λέξεις Καπιτώλιο και Γολγοθάς έχουν την ίδια σημασία και μπορούμε να πούμε ότι το Καπιτώλιο της Ιερουσαλήμ ήταν ο Γολγοθάς.[13]
Στον Καπιτωλίνο λόφο υπήρχε και ναός της Καπιτωλίνης Αφροδίτης ή της Συριακής Αστάρτης και ονομαζόταν Venus Victrix ή Calva, απ' όπου παράγεται το Calvaria που εξηγείται με τη λέξη Γολγοθάς. Αλλά ας επιμείνουμε πιο πολύ στην ετυμολογία. Στην Ανατολή η Αφροδίτη λατρευόταν στην Κύπρο και ιδιαίτερα στους Γολγούς, πόλη που πήρε το όνομά της από τον Γόλγο, γιο της Αφροδίτης, που απέκτησε με παράνομο γάμο. Κατά τον Sepp[14] η πόλη ονομάστηκε έτσι από το κωνοειδές σχήμα Heb; galgal golgol, το οποίο σχήμα πρωταγωνιστεί στις τελετές που είναι συνδεδεμένες με τη λατρεία της Αφροδίτης, την οποία αποκαλούν «γολγών άνασσα» (=βασίλισσα των γολγών).
Από τους νεότερους ερευνητές ο Mommert υποστηρίζει τη γνησιότητα του Γολγοθά ως εξής:
«Αναμφισβήτητα ήταν γνωστή η τοποθεσία του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου στους ανθρώπους που ζούσαν κατά το θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, είτε ήταν φίλοι Του είτε εχθροί Του. Αυτό το μαρτυρούν ο Ιωάννης με τη Μαρία, τη Μητέρα του Ιησού, και τις ευσεβείς γυναίκες που στέκονταν δίπλα στον Σταυρό, οι βρισιές κατά του Χριστού από τους εχθρούς Του, η Αποκαθήλωση από τον Σταυρό, η φρουρά γύρω από τον Τάφο και η επίσκεψη του Πέτρου, του Ιωάννη και των ευσεβών γυναικών στην περιοχή, όπως διηγείται το ιερό Ευαγγέλιο.
Από αυτούς τους σύγχρονους, βέβαια, πολλοί ακόμα ζούσαν, όταν μετά από δέκα περίπου έτη από τον Σταυρικό θάνατο του Σωτήρα η πόλη επεκτάθηκε με το τείχος του Αγρίππα και περιέλαβε μέσα και τον Γολγοθά. Μερικοί επέζησαν και μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο γύρω στο 70 μ. Χ. Σχετικά με έναν Συμεών, γιο του Κλεόπα, που κατέλαβε την επισκοπική έδρα των Ιεροσολύμων το έτος 64, γνωρίζουμε ότι έζησε μέχρι την ηλικία των 129 ετών και πέθανε μαρτυρικά το 108, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Τραϊανός. Έτσι η μαρτυρία των συγχρόνων του Ιησού Χριστού φτάνει μέχρι το πρώτο τέταρτο του δεύτερου αιώνα. Είναι αναμφισβήτητο ότι μετά την επέκταση της πόλης και της επισκευής του επονομαζόμενου τρίτου τείχους του Αγρίππα, η μνήμη των αγίων Τόπων δεν έσβησε, καθώς ο Γολγοθάς βρισκόταν κοντά στο αποκαλούμενο δεύτερο τείχος και κοντά στις πύλες της πόλης, και οι οικοδομές που βρίσκονταν στο μέρος αυτό θα δυσκόλευαν την υπεράσπιση της πόλης. Στον Γολγοθά μέχρι και τη βασιλεία του Αδριανού δεν κτίστηκε κανένα οικοδόμημα, όπως συμπεραίνεται από το ότι ο Αδριανός, όταν έχτισε τα οικοδομήματα εκεί το 135, δεν κατεδάφισε κανένα κτίριο.
Αναμφισβήτητο είναι και ότι η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο δεν μπόρεσε να σβήσει τη μνήμη των αγίων Τόπων. Σύμφωνα με εξήγηση των Ρωμαίων, η χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων έφυγε και εγκαταστάθηκε στην Πέλλα, πέρα από τον Ιορδάνη. Ο Επιφάνιος, ο Επίσκοπος της Κύπρου, κατά το 367 πληροφορεί ότι μετά την αναχώρηση του Τίτου η χριστιανική κοινότητα επανήλθε και πάλι στην πατρίδα της και εγκαταστάθηκε στα ερείπια της πόλης.
Αναμφισβήτητο είναι και το ότι το 135, όταν ο Αυτοκράτορας Αδριανός, μετά την κατάπνιξη της επανάστασης του Βαρ Κοχέβα, ίδρυσε πάνω στα ερείπια της αρχαίας Ιουδαϊκής Ιερουσαλήμ τη Ρωμαϊκή αποικία Αιλία, οι άγιοι Τόποι του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου ήταν καλά γνωστοί και οι χριστιανοί τους τιμούσαν∙ διότι διαφορετικά οι ειδωλολάτρες δε θα έστρεφαν την προσοχή τους στο μέρος αυτό και δε θα το μόλυναν με την ίδρυση ιερού της Αφροδίτης. Αναμφισβήτητο ακόμη είναι ότι οι χριστιανοί δεν ξέχασαν τους αγίους Τόπους, και όταν ακόμη δεν μπορούσαν να προσκυνήσουν εκεί. Οι πιστοί πραγματοποιούσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Ιερουσαλήμ, οι επιστήμονες εξακολουθούσαν να καταγίνονται με τους αγίους Τόπους, όπως γίνεται φανερό από τους συγγραφείς Τερτυλλιανό, Ωριγένη, Κυπριανό, Αθανάσιο και Ιερώνυμο. Αλλά και πολλοί σκεπτικιστές συγγραφείς παραδέχονται ως δυνατή τη μέχρι του Μεγάλου Κωνσταντίνου διάσωση της παράδοσης σχετικά με την τοποθεσία των αγίων Τόπων. Διότι πράγματι, εάν εξαφανιζόταν κάθε αναφορά σχετικά με τον Γολγοθά, πώς θα μπορούσε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να γράψει στον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο να στολίσει με οικοδόμημα το γνωστό άγιο Τόπο; Επομένως, η τοποθεσία του Γολγοθά ήταν τότε πολύ γνωστή σε όλους.[15]
Από την όλη έρευνα προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η γνησιότητα του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου είναι τόσο αληθινή, όσο αληθινό και βέβαιο είναι ότι η Εκκλησία των Ιεροσολύμων διαφύλαξε άθικτη και αμιγή τη χριστιανική αλήθεια.  
Φιλολογική επιμέλεια για την Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τερζή Όλγα, Πτ. Φιλοσοφίας (Α.Π.Θ.)
*) Βλέπε Τεύχος Δ'. 1928, σελ. 193.
[1][1] Echos d' Orient 1904 σελ.. 65-71. Revue Biblique I. σελ. 369-387. Περισσότερα γιατην Αιλία βλέπε Deyling's de Aeliae Capitolinae orig. et historia. Munter's History of the Jewish war under Trajan and Hadrian. Το έργο αυτό μεταφράστηκε στην Bibliotheca Sacra του Robinson σελ. 393-455.
[2] Δίων Κάσσιος LXIX, 12.
[3] Ο Άγιος Ιερώνυμος, μετάφραση Νικ. Ι. Σταματιάδου, Σάμος 1893, σελ. 168.
[4] F. de Saulcy, Jerusalem, Paris 1882 σελ. 87-88.
[5] Epist. 49 ad Paulin.
[6] The camp of the tenth Legion at Jerusalem and the city of Aelia από τον W. Wilson στοPal. Exp. Fund 1905, σελ. 138-144.
[7] Coquerel, Topographie de Jerusalem σελ. 130-131.
[8] Η μεταβολή αυτή υπενθυμίζει πολύ φυσικά το «απομάκρυνε τους άθεους» του ιερού Πολυκάρπου και τη δύναμη του Ωριγένη. Στους ειδωλολατρικούς ναούς υπήρχε η συνήθεια να μοιράζονται κλαδιά από φοίνικα∙ ο Ωριγένης,  αφού πήγε με τη βία σε ειδωλολατρικό ναό και μοίρασε τέτοια κλαδιά, είπε αμέσως: « Ελάτε να πάρετε όχι το κλαδί των ειδώλων, αλλά το βλαστό του Χριστού» (Επιφαν. αιρεσ. 1, 64).
[9] Εκκλησ. Ιστορ. X, 7.
[10] Epist. XXXI.
[11] «Dominus secundum coeli tractum in Venerario passus est, qui erat locus in parte aquilonis».
[12] F. de Sauley, Jerusalem, Paris 1882. Πρβλ. de Sauley Num. de la Terre Sainte σελ. 374. Palestine Exploration Fund 1903 σελ. 242.
[13] Pal. Explor. Fund 1902 σελ. 67-70.
[14] Das heilige Land I, 419.
[15] C. Memmert, Golgotha, 4-10∙ πρβλ. Νέα Σιών 1914,33.

 



Подписка на новости

Последние обновления

События