Русская Православная Церковь

ПРАВОСЛАВНЫЙ АПОЛОГЕТ
Богословский комментарий на некоторые современные
непростые вопросы вероучения.

«Никогда, о человек, то, что относится к Церкви,
не исправляется через компромиссы:
нет ничего среднего между истиной и ложью.»

Свт. Марк Эфесский


Интернет-содружество преподавателей и студентов православных духовных учебных заведений, монашествующих и мирян, ищущих чистоты православной веры.


Карта сайта

Разделы сайта

Православный журнал «Благодатный Огонь»
Церковная-жизнь.рф

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ:

ΕΠΙΓΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Христианская империя:

земной образ-икона Бога

 Steven Runciman

Стивен Рансиман

Απόσπασμα από το έργο: Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ

выдержка из его труда: Византийская теократия

Μετάφραση Ιωσήφ Ροηλίδης-Εκδόσεις Δόμος

 


 

     Το αν δόθηκε στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο η εμπειρία ενός οράματος που τον κατεύθυνε στην υπεράσπιση της χριστιανικής πίστης, είναι ένα πρόβλημα για το οποίο πάντοτε οι ιστορικοί θα διαφωνούν σύμφωνα με τις θέσεις τους. Ο βιογράφος του Ευσέβιος αναφέρει ότι ο Αυτοκράτορας, πολλά χρόνια αργότερα, του είπε με αρκετό δισταγμό ότι, όταν προχωρούσε για να εισβάλει στην Ιταλία το 312 μ.Χ., του φανερώθηκε ξαφνικά το όραμα ενός σταυρού που έλαμπε στο κέντρο του μεσημεριάτικου ήλιου, έχοντας στη βάση του τις λέξεις: Εν τούτω νίκα. Την ίδια νύκτα ο Χριστός του φανερώθηκε σε όνειρο και του παράγγειλε να τοποθετήσει πάνω στις ασπίδες των στρατευμάτων του το λάβαρον, δηλαδή το χριστιανικό μονόγραμμα ΧΡ. Οι ορθολογιστές ιστορικοί αδιαφορούν για την ιστορία επειδή πιστεύουν ότι είναι εφεύρημα του ίδιου του Κωνσταντίνου ή, το πιθανότερο, του Ευσεβίου, τον οποίο και αποπέμπουν ως αναξιόπιστο συκοφάντη. Οι ευσεβείς Χριστιανοί όμως βλέπουν στο γεγονός ένα θαύμα.

Άλλοι πιστεύουν ότι ο Κωνσταντίνος είδε ένα σπάνιο αλλά όχι μοναδικό φυσικό φαινόμενο, που το μεγέθυνε η φαντασία του. Το γεγονός ότι οι στρατιώτες έφεραν το μονόγραμμα στη μάχη της Μουλβίας γέφυρας λίγες εβδομάδες αργότερα, μας το διαβεβαιώνει ο ιστορικός Λακτάντιος, ο οποίος όμως λέει ότι ο Κωνσταντίνος το εμπνεύστηκε την προηγούμενη ημέρα της μάχης. Όλες αυτές οι ιστορήσεις δεν είναι και αναγκαστικά αντιφατικές. Ο Κωνσταντίνος το είπε στον Ευσέβιο εικοσιένα χρόνια μετά το γεγονός, και μπορεί ειλικρινά να είχε ξεχάσει πόσος χρόνος είχε παρεμβληθεί μεταξύ των δύο οραμάτων. Είναι τελείως εξακριβωμένο ότι όταν εισήλθε στη Ρώμη ως νικητής, στα τέλη Οκτωβρίου του 312, τα στρατεύματα του είχαν για σημαία τους ένα χριστιανικό σύμβολο. Και την ίδια σημαία την είχαν μαζί τους στις εκστρατείες στην Ανατολή, που έκαναν τον Κωνσταντίνο κύριο του κόσμου. Έχει γίνει κοινός τόπος μεταξύ των ιστορικών να παρουσιάζουν τον Κωνσταντίνο σαν πανούργο και σκεπτικιστή πολιτικό, που προέβλεψε ότι μια συμμαχία με τους Χριστιανούς θα ευνοούσε την υπόθεση της Αυτοκρατορίας. Αυτή η άποψη νομίζω ότι στηρίζεται πάνω σε ξεπερασμένη αντίληψη.  Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν βεβαίως περιστοιχισμένη από προβλήματα, διοικητικά και στρατιωτικά, κοινωνικά και οικονομικά, που όλα αυτά τα δημιούργησε και τα ενίσχυσε μια ατμόσφαιρα απελπισίας και φόβου. Στοχαστικοί Αυτοκράτορες είχαν επί πολύ αναζητήσει μια ηθική δύναμη που θα ένωνε και θα ενέπνεε τους υπηκόους τους. Ο διωγμός ορισμένων ομάδων, όπως οι Χριστιανοί, ήταν μέρος της πολιτικής που σκόπευε σε μια ηθική ενότητα. Το ότι οι Αυτοκράτορες είχαν στραφεί προς μια λατρεία όπως του Αθανάτου Ηλίου, αυτό δεν σήμαινε ότι σκόπευαν να επισημοποιήσουν αυτή τη λατρεία. Θα γινόταν απλώς η βάση για έναν καινούριο συγκρητισμό. Το να υποστηρίξεις όμως τους Χριστιανούς που η θρησκεία τους δεν επιδέχεται ουσιαστικά καμιά ανάμιξη, ήταν μια επανάσταση στην πολιτική.  Ήταν επίσης κι ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Έχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων, το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι Χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας. Επιπλέον ήταν πολύ λίγοι Χριστιανοί στο στρατό, την κύρια πηγή δύναμης του Αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος ίσως πίστεψε καλόκαρδα ότι η αφοσίωσή του στον Ήλιο θα μπορούσε να συνδυαστεί με το Χριστιανισμό, επειδή οι χριστιανοί συγγραφείς πολύ συχνά χρησιμοποίησαν τον ήλιο ως σύμβολο του αϊδίου φωτός του Θεού. Είναι αλήθεια ότι οι Χριστιανοί ήταν μια από τις πιο καλοοργανωμένες ομάδες μέσα στην Αυτοκρατορία και ότι οι ηγέτες τους περιελάμβαναν πολλούς από τους ικανότερους πολίτες της. Αλλά ο Κωνσταντίνος σύντομα ανακάλυψε, ακόμη κι αν δεν το γνώριζε, ότι εκείνο τον καιρό οι Χριστιανοί ήταν διαιρεμένοι από σχίσμα και αίρεση, που ελάττωνε τη δύναμή τους. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι θα διακινδύνευε να ταυτιστεί μαζί τους, αν η μεταστροφή του δεν ήταν τόσο βαθιά και ειλικρινής, παρόλο που κατά κανένα τρόπο δεν έπαψε να είναι ανεκτικός προς τους ειδωλολάτρες. Τα λόγια του και οι πράξεις του δείχνουν ότι πήρε πολύ σοβαρά υπό την προστασία του το Χριστιανισμό. Αν μαυτή του την πράξη κατάφερε να ενισχύσει τη δύναμη της αυτοκρατορικής απολυταρχίας, αυτό οφειλόταν περισσότερο στις περιστάσεις, στις ευχές και στις ελλείψεις των Χριστιανών, παρά σε κάποιο μακρόπνοο υπολογισμό από μέρους του. Όσο οι Χριστιανοί αποτελούσαν μειονότητα χωρίς νομική αναγνώριση, τους ήταν αδύνατο να επιτύχουν θεολογική ομοιομορφία και εκκλησιαστική υπακοή. Δεν μπορούσαν να ελέγχουν την αίρεση, τη στιγμή που δεν υπήρχε σαφής επίσημη διδασκαλία, ούτε να προλαβαίνουν το σχίσμα, αφού η διοίκηση τους δεν διέθετε κανένα νομικό κύρος. Διοργανώθηκαν όμως όσο μπορούσαν πιο αποτελεσματικά. Κάθε τοπική Εκκλησία βρισκόταν υπό την πλήρη διοίκηση του επισκόπου της, τον οποίο εξέλεγε δια βίου ο κλήρος και αντιπρόσωποι των λαϊκών της επισκοπής, με τη συναίνεση των γειτονικών επισκόπων, από τους οποίους κάποιος θα τον χειροτονούσε ώστε να διατηρηθεί η αποστολική διαδοχή από τους μαθητές του Χριστού. Δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί η χαρισματική ισότητα όλων των επισκόπων στην Ανατολική Χριστιανοσύνη. Αλλά περί το τέλος του τρίτου αιώνα, στην περίοδο μεταξύ των διωγμών του Βαλέριου και του Διοκλητιανού, όταν μεγάλωσε απότομα ο αριθμός των Χριστιανών, οι επίσκοποι απέκτησαν τη συνήθεια να συναντώνται κατά καιρούς στην έδρα της Μητροπόλεως, για να συσκέπτονται υπό την προεδρία του Μητροπολίτη, ο οποίος έτσι απόκτησε σταδιακά μια αόριστη διοικητική και πνευματική ακόμη εξουσία πάνω στους υπόλοιπους επισκόπους. Για ευκολία, το εκκλησιαστικό πρότυπο ακολούθησε τη γεωγραφική κατανομή της κοσμικής εξουσίας.

Όταν ο Διοκλητιανός ομαδοποίησε τις επαρχίες σε απέραντες διοικητικές ενότητες, οι επίσκοποι των μεγάλων πόλεων, όπου έδρευαν οι Νομάρχες, απόκτησαν ένα ιδιαίτερο κύρος πάνω στους μητροπολίτες των επαρχιακών κέντρων. Με την ανατολή του τέταρτου αιώνα τρεις επίσκοποι ήδη προηγούνταν των άλλων. Θεωρούσαν ότι ο επίσκοπος Ρώμης κατείχε ένα ορισμένο πρωτείο πάνω σε όλους τους άλλους επισκόπους, επειδή η Ρώμη ήταν η αυτοκρατορική πρωτεύουσα, η πόλη όπου είχαν μαρτυρήσει ο απόστολος Πέτρος κι ο απόστολος Παύλος, και επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος επίσκοπος Ρώμης είχε χρηματίσει ο απόστολος Πέτρος, ο πρώτος των αποστόλων. Ο επίσκοπος Αντιοχείας θεωρείτο ότι ήταν επικεφαλής όλων των επισκόπων στις ασιατικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας· και η δική του έδρα επίσης είχε θεμελιωθεί από τον απόστολο Πέτρο. Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας, αν και η επισκοπή του είχε ιδρυθεί μόνο από τον άγιο Μάρκο και η περιοχή της περιοριζόταν στην Αίγυπτο, είχε τη μεγαλύτερη επιρροή μεταξύ των τριών. Η Αλεξάνδρεια ήταν το πνευματικό κέντρο της Αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Αιγύπτου ήταν σχεδόν χριστιανικό, και πιθανόν ξεπερνούσε το χριστιανικό πληθυσμό της Ευρώπης ή της Ασίας· και ο επίσκοπος, ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυβερνήτη της Αιγύπτου, ο οποίος μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού είχε τη δύναμη αντιβασιλέα, είχε μόνος του πάρει το δικαίωμα να χειροτονεί κάθε επίσκοπο μέσα στην επαρχία του. Λίγο μετά από  αυτούς τους τρεις ακλουθούσε ο επίσκοπος Καρθαγένης, με ένα μεγάλο αριθμό Χριστιανών στις αφρικανικές επαρχίες του, που έδινε όμως μια χαμένη μάχη για να διατηρήσει την ανεξαρτησία του από τη Ρώμη.

 Καθένας από τους μεγάλους αυτούς ιεράρχες προσπαθούσε να διατηρήσει την πειθαρχία και την ενότητα πίστεως στην περιοχή του. Και όσο τους επέτρεπε η αμοιβαία τους αντιζηλία, βρίσκονταν σε επαφή μεταξύ τους για ζητήματα πολιτικής και διδασκαλίας, πράγμα που δεν ήταν και τόσο εύκολο, αφού δεν είχαν κανένα άλλο όπλο εκτός από τον αφορισμό, και πολλά από τα δόγματα ήσαν ακόμη αόριστα. Οι δυο μεγαλύτεροι χριστιανοί Πατέρες της προ-Κωνσταντίνειας περιόδου, ο Ωριγένης Αλεξανδρείας στην Ανατολή και ο Τερτυλλιανός Καρθαγένης στη Δύση, είχαν παρεκκλίνει από τη γενικά αποδεκτή Ορθοδοξία- και παρόλο που δεν αγιοποιήθηκαν, επηρέασαν όμως βαθύτατα τη θεολογία. Οι ομάδες των Γνωστικών είχαν πράγματι αποβληθεί από την Εκκλησία, αν και αυτό προερχόταν κυρίως από τη δική τους επιθυμία να μην παραμείνουν σαυτή. Οι άλλες διαφωνίες και έριδες δεν μπορούσαν να λυθούν και τόσο εύκολα. Ελάχιστη σχετικά ελευθερία έδωσε ο Κωνσταντίνος στους Χριστιανούς για τη λατρεία τους, πριν ο ίδιος αναμειχθεί στις διαμάχες τους. Οι συζητήσεις μαίνονταν στην Αίγυπτο και στην Αφρική, ξεκινώντας από το ίδιο πρόβλημα. Στη διάρκεια των διωγμών μερικοί Χριστιανοί, ιερείς και λαϊκοί, υπέκυψαν στις ειδωλολατρικές αρχές. Έπρεπε η Εκκλησία να τους ξαναδεχτεί; Ήδη μετά το διωγμό του Δεκίου, ένας ιερέας της Ρώμης, ο Νοβατιανός, ηγήθηκε μιας ομάδας που αρνιόταν να έλθει σε κοινωνία με τους επανερχόμενους, αν και είχαν μετανοήσει· και οι Νοβατιανοί δεν είχαν εκλείψει. Κατά τη διάρκεια του διωγμού του Διοκλητιανού ξέσπασε μια φιλονικία μεταξύ δύο επισκόπων της Αιγύπτου, του Πέτρου Αλεξανδρείας και του Μελιτίου Λυκοπόλεως, επειδή ο Πέτρος πρότεινε ελαφρές ποινές για τους πιστούς εκείνους που είχαν θυσιάσει στους ειδωλολατρικούς βωμούς, που θα κλιμακώνονταν σύμφωνα με το αν είχαν απειληθεί με θάνατο, βασανιστήρια ή απλή φυλάκιση. Όταν ο Πέτρος, μετά την αποφυλάκισή του, εκτελούσε το πρόγραμμά του, ο Μελίτιος και οι φίλοι του δεν συνεργάστηκαν. Και όταν ο Πέτρος συνελήφθη πάλι και μαρτύρησε το 312, οι Μελιτιανοί δεν αναγνώρισαν το διάδοχό του, τον Αλέξανδρο. Ταυτόχρονα στην Αφρική οι ειδωλολατρικές αρχές επέμεναν να τους παραδίνουν οι Χριστιανοί τα ιερά τους βιβλία. Αρκετοί επίσκοποι υπάκουσαν για να σώσουν τις κοινότητές τους. Αλλά μια εξτρεμιστική ομάδα Χριστιανών διέκοψε κάθε κοινωνία μαζί τους. Όταν το 311 εξελέγη καινούριος επίσκοπος Καρθαγένης ο Καικιλιανός, αυτοί οι εξτρεμιστές, χρηματοδοτούμενοι από μια πλούσια γυναίκα, τη Λουκίλλα, που προσωπικά αντιπαθούσε τον Καικιλιανό, προσέβαλαν την εκλογή του επειδή είχε χειροτονηθεί από τον Φήλικα της Απτούγγας, έναν από τους traditores επισκόπους, αυτούς δηλαδή που είχαν παραδώσει τα βιβλία. Ανταυτού εξέλεξαν κάποιον Μαγιορίνο, πού πέθανε λίγους μήνες αργότερα και τον διαδέχθηκε ο Δονάτος, από τον οποίο πήρε το όνομα και η αντίστοιχη αίρεση. Οι Μελιτιανοί περιορίζονταν στην Αίγυπτο και πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρις ότου πληροφορηθεί ο Αυτοκράτορας την ύπαρξή τους. Και μόνο λίγους μήνες είχε παραμείνει στη Ρώμη προτού πληροφορηθεί για το σχίσμα των Δονατιστών.

Ο Μιλτιάδης, επίσκοπος Ρώμης, γεννημένος στην Αφρική, στενοχωρήθηκε βαθιά από το σχίσμα, όπως και ο επίσκοπος Κορδούης όσιος, τον οποίο ο Κωνσταντίνος είχε ως πνευματικό του σύμβουλο. Ο όσιος συνέστησε στον Αυτοκράτορα να υποστηρίξει τον Καικιλιανό. Τότε ακριβώς οι Δονατιστές έκαναν έκκληση στον Αυτοκράτορα, μια χειρονομία που είναι πολύ σημαντική γιατί, όπως φαίνεται απαυτή, δεν είχαν ίσως καταλάβει ακόμη ότι ήταν Χριστιανός. Έτσι ο Κωνσταντίνος βρέθηκε προσκεκλημένος ως διαιτητής σε μια εσωτερική εκκλησιαστική έριδα. Ανταποκρίθηκε με ετοιμότητα στην πρόσκληση. Σε μια επιστολή του προς το Μιλτιάδη, στην οποία έγραφε ότι είναι ανυπόφορο να βλέπει το λαό μιας επαρχίας, που τον εμπιστεύθηκε η θεία πρόνοια στη φροντίδα του, να έχει διαιρεθεί σε δυο στρατόπεδα, ζητούσε από τον επίσκοπο Ρώμης να προεδρεύσει μιας επιτροπής από τρεις επισκόπους της Γαλατίας (οι Δονατιστές είχαν ζητήσει Γαλάτες επισκόπους ως πιο αμερόληπτους), που θα εξέταζε δέκα Αφρικανούς επισκόπους από κάθε μερίδα.  Η επιτροπή αυτή εμιμείτο μια αντίστοιχη ρωμαϊκή πολιτική μέθοδο που εξέταζε έριδες αυτής της μορφής. Ο Μιλτιάδης επιδέξια τη μετέτρεψε σε εκκλησιαστική Σύνοδο, αφού πρόσθεσε δεκατέσσερις  Ιταλούς επισκόπους για τη διαιτησία. Ο Κωνσταντίνος το πρόσεξε αυτό. Όταν οι Δονατιστές αρνήθηκαν να αποδεχθούν τις αποφάσεις αυτής της Συνόδου, συνεκάλεσε στην Αρελάτη (Aries) το 314 μία Σύνοδο όλων των επισκόπων της Δύσεως, για να συζητήσουν αυτή την περίπτωση.

Ό,τι κι αν σκεφτόταν ο Μιλτιάδης, ο Κωνσταντίνος ήταν αυτός που συνεκάλεσε τη Σύνοδο της Αρελάτης και το θεώρησε ως καθήκον του. Αν και ανεχόταν τις παγανιστικές λατρείες, στενοχωριόταν όμως βαθιά από το σχίσμα στην Εκκλησία και αισθανόταν προσωπικά υπεύθυνος για την αποκατάσταση της ενότητας. Στην επιστολή του προς τον έπαρχο της Αφρικής, όπου τον διάτασσε να στείλει τους επισκόπους της Αφρικής στην Αρελάτη, έγραφε: θεωρώ ότι δεν είναι καθόλου δίκαιο να μου κρύβουν τέτοιες φιλονικίες, που εξαιτίας τους ο θεός πιθανόν να στραφεί όχι μόνον εναντίον του ανθρωπίνου γένους αλλά και εναντίον μου, στον οποίο με τη θεία Του απόφαση έχει εμπιστευθεί τη διοίκηση όλων των ανθρώπινων υποθέσεων. Η Σύνοδος της Αρελάτης απέρριψε τη θέση των Δονατιστών, και αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν να αποδεχτούν τις αποφάσεις της. Πάνω σ αυτό ακριβώς, ο Κωνσταντίνος έγραψε στους συναγμένους επισκόπους προτού εγκαταλείψουν την Αρελάτη, για να εκφράσει το θυμό του και να επαναλάβει ότι θεωρεί ως αυτοκρατορικό καθήκον του να φροντίζει για την τιμωρία  των σχισματικών. Τελικά το 316 η δικαστική απόφαση δικαίωσε τον Καικιλιανό.

Με τους Δονατιστές υπήρχε το πρόβλημα του σχίσματος αλλά κανείς δεν προσέγγισε το βασικό θεολογικό ερώτημα που υπολάνθανε: ακυρωνόταν η χάρη που απετίθετο στον επίσκοπο κατά τη χειροτονία του σε περίπτωση θανάσιμου αμαρτήματος; Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός όταν ο Κωνσταντίνος αντιμετώπισε ένα πρόβλημα που άγγιζε τα θεμέλια της χριστιανικής θεολογίας. Στα τέλη του 324, ως Χριστιανός πλέον μαχητής, νίκησε το συναυτοκράτορά του Λικίνιο και έμεινε μόνος απόλυτος μονάρχης της Αυτοκρατορίας. Αλλά μόλις έφθασε στην Ανατολή και εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια, στην τότε διοικητική πρωτεύουσα της Ανατολής, έμαθε ότι η Ανατολική Εκκλησία ήταν χωρισμένη εξαιτίας ενός δογματικού ζητήματος. Δεν είναι εδώ το κατάλληλο σημείο για να κάνουμε μια λεπτομερή ανάλυση του Αρειανισμού. Πρέπει όμως να θυμηθούμε μερικά βασικά γεγονότα. Ο Άρειος ήταν ιερέας στην Αλεξάνδρεια, με μεγάλο ταλέντο στο κήρυγμα, όταν γύρω στο 319 άρχισε να διδάσκει ότι ο Χριστός δεν είναι αιώνιος αλλά δημιουργήθηκε από το Θεό ως όργανο για τη δημιουργία και τη λύτρωση του κόσμου. Είναι Υιός του Θεού, αλλά όχι της ιδίας φύσεως προς το Θεό Πατέρα. Αυτό δεν ήταν ένα εντελώς καινούριο δόγμα. Εν μέρει προερχόταν από τη νεοπλατωνική ιδέα της μονάδας και εν μέρει από την ιουδαϊκή παράδοση, και με την ηπιότερη μορφή της Υποταγής (Sul)ordinatio)σύμφωνα με την οποία ο Υιός βρίσκεται σε κατώτερη θέση από τον Πατέρατο είχαν υποστηρίξει με ασάφεια Πατέρες της Εκκλησίας όπως ο Ιουστίνος, ο Ειρηναίος και ο Κλήμης Αλεξανδρείας, και με σαφήνεια ο Ωριγένης. Φαίνεται ότι και ο Λουκιανός Αντιοχείας, ένας άγιος μάρτυρας, δάσκαλος του Αρείου, το είχε κηρύξει ανοικτά. Ο Άρειος απλώς έδωσε στη διδασκαλία μια πιο ακριβή και πιο κατανοητή μορφή. Γιαυτό και τον αφόρισε μια Σύνοδος των επισκόπων της Αιγύπτου που την συνεκάλεσε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος. Αλλά ο Άρειος απέκτησε πολλούς οπαδούς στην Αίγυπτο, κυρίως μεταξύ των γυναικών. Τον συνόδευαν συνήθως, όπως λέγεται, 700 άγιες και αλαλάζουσες παρθένες. Βρήκε υποστηρικτές και στην Ασία επίσης. Με παράκληση του ο Ευσέβιος, επίσκοπος Νικομήδειας, που ήταν συμμαθητής του όταν σπούδαζαν κοντά στο Λουκιανό, συνεκάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της επαρχίας της Βιθυνίας, η οποία υποστήριξε τη διδασκαλία του Αρείου. Ο Άρειος πήγε κατόπιν στην Παλαιστίνη, όπου ο Ευσέβιος, επίσκοπος Καισαρείας, φαίνεται ότι τον συμπαθούσε. Μια Σύνοδος των επισκόπων της Παλαιστίνης επιβεβαίωσε ξανά τη διδασκαλία του, αλλά τον παρακίνησε αυτή τη φορά να συμφιλιωθεί με τον Αλέξανδρο Αλεξανδρείας. Ο Αλέξανδρος, που ήταν ένας ειρηνικός άνθρωπος, έλπιζε ότι ο Άρειος θα ησυχάσει και θα εγκαταλείψει την έριδα. Αλλά ο Άρειος, που τον υποστήριζε τώρα μεγάλη δύναμη, δεν μπόρεσε να παραμείνει σιωπηλός. Ακολούθησε ένας πόλεμος φυλλαδίων, όλο και πιο πικρότερων στον τόνο, με αμοιβαίες κατηγορίες για αίρεση.

Ο Κωνσταντίνος θορυβήθηκε όταν είδε ότι και η Ανατολή ήταν τόσο άγρια διαιρεμένη όσο και η Αφρική, για ένα ζήτημα που φαινόταν πολύ μηδαμινό. Έγραψε μία επιστολή, την οποία παράγγειλε να φέρει ο όσιος Κορδούης στην Αίγυπτο και να επιδείξει στον Αλέξανδρο και στον Άρειο. Μιμηθείτε τους φιλοσόφους, έγραφε, οι οποίοι κι όταν ακόμη διαφωνούν πάνω σε ασήμαντα ζητήματα, συνεργάζονται για να διατηρούν την ενότητα της φιλοσοφικής διδασκαλίας. Θα επιθυμούσε ο ίδιος να επισκεφθεί την Αίγυπτο, αλλά δεν μπορούσε εν όψει μιας τέτοιας διαμάχης. Ανοίξατε δη μοι λοιπόν εν τη καθυμάς ομονοία της έωας την οδόν, ην ταις προς αλλήλους φιλονεικίαις απεκλείσατε.

Ο Όσιος δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε, ούτε με τον Αλέξανδρο ούτε με τον Άρειο. Πληροφορήθηκε επίσης και για το Μελιτιανό σχίσμα. Συμβούλεψε τον Αυτοκράτορα να ενεργήσει. Εν τω μεταξύ ένας μανιώδης αντιαρειανός, ο Μάρκελλος, επίσκοπος Αγκύρας, αποφάσισε να συγκαλέσει σε τοπική σύνοδο τους επισκόπους για να καταγγείλει τον Άρειο, ενώ παράλληλα οι επίσκοποι της Συρίας συνάχθηκαν στην Αντιόχεια για να εκλέξουν τον καινούριο της επίσκοπο. Κι όχι μόνον εξέλεξαν κι άλλον ένα σφόδρα αντιαρειανό, τον Ευστάθιο, αλλά καταδίκασαν επίσης τρεις επισκόπους, συμπεριλαμβανομένου και του Ευσεβίου Καισαρείας, για τις αρειανικές τους τάσεις.  Ο Κωνσταντίνος δεν ικανοποιήθηκε, αλλά παραμέρισε το Μάρκελλο αναλαμβάνοντας τη σύνοδο της Αγκύρας υπό την προστασία του, ενισχύοντας την και μεταφέροντας την στη Νίκαια, στην οποία κάλεσε όλους τους επισκόπους της Χριστιανοσύνης.  Η Σύνοδος της Νικαίας, η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, υπήρξε ένα ζωτικό γεγονός για την ιστορία του Χριστιανισμού. Αλλά στην πραγματικότητα πολύ λίγα γι αυτήν ξέρουμε. Πιθανόν την παρακολούθησαν περίπου πεντακόσιοι επίσκοποι, σχεδόν όλοι από την ελληνόφωνη Ανατολή, και περίπου εκατό από τη Μικρά Ασία. Η Δύση δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Ο επίσκοπος Ρώμης Σίλβεστρος δικαιολογήθηκε ότι ήταν άρρωστος και έστειλε δυο διακόνους να τον αντιπροσωπεύσουν. Μόνο ένας επίσκοπος ήρθε από την  Ιταλία, ένας από τη Γαλατία και ένας από το Ιλλυρικό. Ο Καικιλιανός της Καρθαγένης παραβρέθηκε, αλλά κανένας από τη Βρετανία, ούτε από την Ισπανία, εκτός από τον Όσιο Κορδούης ο οποίος παρακολούθησε ως απεσταλμένος του Αυτοκράτορα. Πέντε επίσκοποι παραβρέθηκαν από επαρχίες πέρα από τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Η Σύνοδος τυπικά άνοιξε στις 20 Μαΐου 325.

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι οι επίσκοποι, ο Αυτοκράτορας εισήλθε ντυμένος τα πορφυρά αυτοκρατορικά του ενδύματα, και μετριόφρονα αρνήθηκε να καθήσει, μέχρι που του έδωσαν την άδεια οι επίσκοποι. Αφού τον καλωσόρισε επίσημα ο επίσκοπος που καθόταν στα δεξιά του, πιθανώς ο Ευστάθιος Αντιοχείας, αν και δεν μας δίνεται το όνομα του, έκανε μια σύντομη ομιλία στα Λατινικά, με παράλληλη μετάφραση στα Ελληνικά, στην οποία κατέκρινε τις διαμάχες μέσα στην Εκκλησία και παρακίνησε τους επισκόπους να κερδίσουν την εύνοια του Θεού και την ευγνωμοσύνη του Αυτοκράτορα εγκαταλείποντας τη διαφωνία τους. Είναι αβέβαιο το πόσο συχνά παρουσιάστηκε στις συνεχείς συνεδρίες και με πόση ευθύνη επιφόρτισε τον Όσιο. Η σειρά των συνεδριών είναι εξίσου αβέβαιη. Ξέρουμε αναμφίβολα ότι ο Ευσέβιος Καισαρείας, ύστερα από παράκληση του Αυτοκράτορα που τον εκτιμούσε ως πιο μετριοπαθή, πρότεινε στη Σύνοδο να υποστηρίξει το παραδοσιακό Σύμβολο Πίστεως της Εκκλησίας της Καισαρείας. Η ορολογία του για το Χριστό ήταν άψογα ορθόδοξη, και δεν περιείχε τίποτε που θα μπορούσε να φανεί αντίθετο στους Αρειανούς. Οι επίσκοποι θα μπορούσαν να το αποδεχθούν, αλλά οι αντι-Αρειανοί επέμεναν στο ότι έπρεπε να προστεθεί κάποιος εντονότερος όρος σαυτό. Καθώς οι συζητήσεις γίνονταν όλο και ζωηρότερες, παρενέβη ο Κωνσταντίνος και εισηγήθηκε την παρεμβολή της λέξης ομοούσιος, της αυτής ουσίας, για να περιγράψει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα.  Η λέξη δεν ήταν καινούρια στη θεολογία. Είχε καταδικαστεί από μια σύνοδο της Ανατολής το 268. Αλλά η Ρώμη τη θεωρούσε ως ορθόδοξη· και σαφέστατα ο όσιος ήταν αυτός που, επειδή ήταν από τη Δύση και δεν γνώριζε την ιστορία της στην Ανατολή, την συνέστησε στον Αυτοκράτορα. Και οι δυο μερίδες στην Ανατολή την αντιπαθούσαν, αλλά τους φόβιζε η παρουσία του Αυτοκράτορα, αν και οι αντιαρειανοί μπόρεσαν να προσθέσουν δυο ή τρεις επεξηγηματικές φράσεις. Όταν έγινε η ψηφοφορία γιαυτόν τον τύπο, μόνο δυο επίσκοποι αρνήθηκαν να συμφωνήσουν. Τότε, αυτοί και ο Άρειος αφορίστηκαν. Συγχρόνως τελείωσε και το σχίσμα των Μελιτιανών με έναν συμβιβασμό. Τους Μελιτιανούς επισκόπους επρόκειτο να τους θεωρούν πλέον κανονικά χειροτονημένους, εάν υποτάσσονταν στην εξουσία του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας. Νόμιζαν ότι οι Μελιτιανοί ήταν αντιαρειανοί και γι  αυτό ώριμοι για συμφιλίωση.

Ο Κωνσταντίνος ευχαριστήθηκε με το αποτέλεσμα της Συνόδου. Υπομνήσει Θεού, έγραφε στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας, συνεκάλεσα εις την Νικαέων πάλιν τους πλείστους των επισκόπων, μεθ ων και αυτός εγώ καθάπερ εις τις εξ υμών, συνθεράπων υμέτερος καθ υπερβολήν είναι χαίρουν, και αυτός την της αληθείας εξέτασιν ανεξεδάμην. Αυτή η σύντομη δήλωση όμως δεν δικαίωσε όλη του την ικανοποίηση. Ο Άρειος δεν θα παρέμενε σιωπηλός· και ενώ ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας ήταν έτοιμος να συνδιαλλαγεί, ο διάδοχος του, Αθανάσιος, ήταν από αυστηρότερο υλικό. Η αδιαλλαξία του σύντομα τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον Αυτοκράτορα, που τώρα έτεινε προς μια ηπιότερη θεολογία της Υποταγής, την οποία πιθανόν του την ενέπνευσε ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος φαίνεται ότι είχε διαδεχθεί τον γερασμένο όσιο ως ο κύριος πνευματικός του σύμβουλος. Η μητέρα του Κωνσταντίνου, η Ελένη, έδειχνε μεγάλη αφοσίωση και εκτίμηση στο Λουκιανό Αντιοχείας, το δάσκαλο του Αρείου, στον οποίο αφιέρωσε μια μεγάλη εκκλησία στην πόλη Ελενούπολη, που η ίδια είχε ιδρύσει. Γιαυτό ο Ευστάθιος Αντιοχείας την αντιπαθούσε και διέδιδε απρεπείς ιστορίες για την πρότερη ζωή της. Γρήγορα όμως εκθρονίστηκε, με τη δικαιολογία της ανηθικότητας. Ένας άλλος δριμύς αντιαρειανός, ο Μάρκελλος Αγκύρας, εκθρονίστηκε γιατί παρέστησε τον ανόητο σε μια συζήτηση με τον Ευσέβιο Νικομήδειας και τον Ευσέβιο Καισαρείας, που και οι δυο τους ήταν άνθρωποι του Αυτοκράτορα. Ακόμη κι ο Αθανάσιος τελικά απομακρύνθηκε από την επισκοπή του και στάλθηκε σε πρόσκαιρη εξορία.

Ο Κωνσταντίνος είχε αποφασίσει να φέρει την ενότητα στην Εκκλησία, η οποία παρέμεινε τόσο διαιρεμένη όσο ποτέ άλλοτε. Δεν ξαφνιαζόμαστε καθόλου πού ο Αυτοκράτορας θύμωσε περισσότερο και έγινε πιο δεσποτικός. Σε μια εγκύκλιο του προς τους επισκόπους, όταν προετοίμαζε τη σύγκληση μιας Συνόδου στην Τύρο το 335, γράφει:  Εάν γαρ τις, ως εγώ ουκ οιομαι, την ημετέραν κέλευσιν και νυν διακρούσασθαι πειρώμενος μη βουληθεί παραγενέσθαι, εντεύθεν παρ ημών αποσταλήσεται, ος εκ βασιλικού προστάγματος αυτόν εκβαλών ως ου προσήκεν όροις Αυτοκράτορος υπέρ της αληθείας εξενεχθεισιν αντιτείνειν διδάξει. Τον βλέπουμε επίσης να γράφει στους αιρετικούς, λέγοντας ότι η άσχημή τους συμπεριφορά δικαιώνει την αυτοκρατορική επέμβαση και τιμωρία. Αυτοαποκαλείτο επίσκοπος των εκτός της Εκκλησίας, με το οποίο φαίνεται εννοούσε ότι ήταν υπεύθυνος για τις ψυχές των ειδωλολατρών, απέναντι στους οποίους ήταν ανεκτικός, ενώ στους αιρετικούς Οχι. Και όπως δείχνει μία επιστολή του προς τον βασιλιά της Περσίας, αισθανόταν επίσης υπεύθυνος για τους Χριστιανούς που ζούσαν πέρα από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Αλλά συγχρόνως ήταν και πολύ σεμνός. Γνώριζε ότι ήταν καθήκον των επισκόπων και όχι δικό του να εκφέρουν γνώμη πάνω σε θεολογικά και εκκλησιαστικά προβλήματα, αν και θα μπορούσε, όπως στη Νίκαια, να εισηγηθεί αυτός, και μάλλον εκβιαστικά, τη λύση. Μάλλον η διστακτικότητα του ήταν αυτή που τον έκανε να αναβάλλει το βάπτισμα του μέχρι λίγο πριν πεθάνει, οπότε και βαπτίστηκε από έναν ημι-Αρειανό, τον Ευσέβιο Νικομήδειας.

Αλλά πίστευε πολύ σοβαρά ότι ήταν ιερό του καθήκον ως Αυτοκράτορα να δει την Εκκλησία, στην οποία είχε μεταφραστεί, ενωμένη και δυνατή. Και αυτή η πεποίθηση του έδειξε το δρόμο για το μέλλον. Πως θα μπορούσε η Εκκλησία να δεχθεί τον καινούριο της κύριο; Μέχρι τότε είχε παραμείνει αυτόνομη. Πάντοτε προσπαθούσε να υπακούει στην εντολή του Χριστού, να αποδίδει δηλ. στον Καίσαρα τα του Καίσαρος. Υπάκουε στην εντολή του αποστόλου Παύλου, να αποδίδει τιμή στο βασιλιά. Ο άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος, χωρίς καμιά δυσκολία, κολάκεψε το Μάρκο Αυρήλιο, προσφωνώντας τον ως τον εξοχότερο όλων των ανθρώπων, όχι μόνο για τη δύναμη και σοφία αλλά και για την ακριβή γνώμη που είχε για κάθε επιστητό.  Ο Τερτυλλιανός τόνιζε τη νομιμοφροσύνη των Χριστιανών προς τον Αυτοκράτορα. Πάντοτε προσευχόμαστε γιαυτόν, λέει. Πρέπει να τον σεβόμαστε ως τον εκλεκτό του Θεού. Μπορώ ακόμη να πω ότι είναι πιο δικός μας άπό,τι των ειδωλολατρών, καθώς έχει τοποθετηθεί από το Θεό. Οι Χριστιανοί επιθυμούσαν να είναι καλοί πολίτες, υπάκουοι στις κρατικές αρχές. Αν ο Αυτοκράτορας γινόταν Χριστιανός, τότε θα έπρεπε σίγουρα να πάψει κάθε ένταση μεταξύ της αυτοκρατορικής κυβέρνησης και της Εκκλησίας.

Αλλά μήπως η νίκη του Σταυρού έδωσε στον Αυτοκράτορα μερικά δικαιώματα πάνω στη θρησκευτική ζωή των Χριστιανών; Η ιδέα του βασιλιά-ιερέα πρέπει να αναζητηθεί στην Παλαιά Διαθήκη, στη σκιώδη μορφή του Μελχισεδέκ, και αργότερα του Δαβίδ. Επί πλέον ο Μωυσής ήταν αυτός που οδήγησε το λαό και είχε προσωπικά παραλάβει τις Εντολές του Θεού, αν και επίσημος Αρχιερέας ήταν ο Ααρών. Η ιδέα του κυβερνήτη που βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη σχέση με το Θεό δεν ήταν άγνωστη στους Ιουδαίους και συνεπώς και στους πρώτους Χριστιανούς. Όμως στην Περσία ήταν που αναπτύχθηκε η ιδέα του θείου μονάρχη. Εκεί, ήδη από τους χρόνους προ του Ζωροάστρη, ο βασιλιάς ήταν κάτοχος της hvarena, της φοβερής δόξας που του δόθηκε από το Θεό του φωτός. Σύμβολο της ήταν το φωτοστέφανο που εκφραζόταν υλικά με το λαμπερό διάδημα και τα αστραφτερά ρούχα που φορούσε ο βασιλιάς. Ακόμη παλιότερα, οι Αιγύπτιοι είχαν τονίσει τη θεϊκή καταγωγή της μοναρχίας. Αλλά εκεί φαίνεται ότι η δύναμη του ιερατείου είχε διατηρήσει μοναρχικές φιλοδοξίες για τον έλεγχο της κατάστασης. Πολλές περσικές και αιγυπτιακές ιδέες εισχώρησαν στην ελληνική φιλοσοφία. Βλέπουμε τον Αριστοτέλη να δηλώνει ότι ο ιδεώδης βασιλιάς πρέπει να είναι η επίγεια εικόνα του Δία, και τον Ισοκράτη να ανακαλύπτει τον ιδανικό βασιλιά στην επίγεια εικόνα του Ηρακλή. Αλλά η φιλοσοφία της βασιλείας αναπτύχθηκε  κυρίως στα ελληνιστικά βασίλεια, όπου οι μονάρχες θεωρούσαν τους εαυτούς τους θεϊκούς, ακολουθώντας τα περσικά. Τον έκτο αιώνα μετά Χριστό, κάποιος Ιωάννης Στοβαίος δημοσίευσε μια ανθολογία κειμένων για τη βασιλεία, που αφελώς τα αποδίδει σε μερικούς αρχαίους φιλοσόφους, αλλά στην πραγματικότητα φαίνονται να ανήκουν στο δεύτερο και τρίτο αιώνα μετά Χριστό. Σαυτά ο Αρχύτας δηλώνει ότι ο βασιλιάς είναι ο έμψυχος νόμος.  Ο Σθενωνίδας δηλώνει ότι ο σοφός βασιλιάς είναι μιμητής και αντιπρόσωπος του Θεού. Ο Διοτογένης αναφέρει ότι, όπως ο Θεός είναι στο σύμπαν, έτσι κι ο βασιλιάς είναι στην πολιτεία, και προσθέτει ότι η πολιτεία είναι μια απομίμηση της τάξης και της αρμονίας του σύμπαντος, και ότι ο βασιλιάς μεταμορφώνεται σ ένα θεό μεταξύ των ανθρώπων. Ακόμη πιο αποκαλυπτικά ο Έκφαντος λέει ότι ο λόγος του Θεού, ο οποίος σπέρνει τους σπόρους της τάξης και επισκέπτεται τον άνθρωπο για να αποκαταστήσει ό,τι έχει χαθεί εξαιτίας της αμαρτίας, είναι ενσαρκωμένος στο βασιλιά. Λίγο αργότερα το παρέλαβε αυτό ο Πλούταρχος. Λέει ότι ο Θεός έχει τοποθετήσει ως εικόνα Του στον ουρανό τον ήλιο και το φεγγάρι, ενώ στις επίγειες πολιτείες ένα παρόμοιο ακτινοβόλο αντίγραφο, το βασιλιά, ο οποίος πρέπει να έχει ως καθοδηγητική του αρχή το λόγο.

Ο Κωνσταντίνος στάθηκε τυχερός που είχε ως βιογράφο και υμνητή του τον Ευσέβιο Καισαρείας, ένα λόγιο που σίγουρα γνώριζε αυτά τα κείμενα και που τα χρησιμοποίησε ως βάση της φιλοσοφίας του για τη Χριστιανική Αυτοκρατορία. Κατ αρχήν έπρεπε να δικαιώσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Φίλων είχε δείξει ότι η Ρώμη έφερε ειρήνη και ενότητα στον κόσμο και γιαυτό είχε ευνοηθεί από το Θεό. Ο Ωριγένης είχε προσθέσει και ένα χριστιανικό επιχείρημα, δείχνοντας ότι ο Θεός είχε διαλέξει αυτή τη στιγμή να στείλει τον Υιό Του στον κόσμο, όταν η Ρώμη είχε φέρει αυτή την ενότητα και ειρήνη, για να μπορέσει έτσι το Ευαγγέλιο να διαδοθεί χωρίς εμπόδια σόλους τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο θρίαμβος της ιστορίας ήρθε όταν ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας δέχτηκε το χριστιανικό μήνυμα. Ήταν πλέον ο σοφός βασιλιάς κατά μίμηση του Θεού, που κυβερνούσε ένα βασίλειο που θα μπορούσε να γίνει τώρα μίμηση του Ουρανού. Ο Ευσέβιος απλώς υιοθέτησε τη διδασκαλία του Διοτογένη, του Εκφάντου και του Πλουτάρχου, με τις κατάλληλες τροποποιήσεις. Ο βασιλιάς δεν είναι ο Θεός μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ο Αντιπρόσωπος του Θεού. Δεν είναι ο ίδιος ο ένσαρκος λόγος, αλλά βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη σχέση με το λόγο. Έχει ειδικά αναδειχθεί από το Θεό και εμπνέεται συνεχώς άπαυτόν, είναι ο φίλος του Θεού, ο διερμηνέας του Λόγου του Θεού. Έχει στραμμένα τα μάτια του προς τα πάνω για να λαβαίνει τα μηνύματα του Θεού. Πρέπει να περιβάλλεται με το σεβασμό και τη δόξα που αρμόζει στο επίγειο αντίγραφο του Θεού. Και άνω βλέπων κατά την αρχέτυπον ιδέαν τους κάτω διακυβερνών ιθύνει, μονάρχου δυναστείας μιμήματι κραταιούμενος.

 


 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

20  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2011 

 



Подписка на новости

Последние обновления

События